Τέσσερα κόμματα, ὀκτὼ «οὐαί» – ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 
 

«Ἐγενόμην ἐν Πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος» (Ἀπ. 1,10)

Περίοδος Δ ́- Ἔτος ΙΘ ́ Φλώρινα – ἀριθμ. Φύλλου 8662

Μεγάλη Δευτέρα βράδυ 10 Ἀπριλίου 2017 (2002)

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Τέσσερα κόμματα, ὀκτὼ «οὐαί»

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο(βλ. Ματθ. 22,15 – 23,39). Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε, πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ ̓ ὄψιν τὰ ἑξῆς.

* * *

Ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, ὁ περιούσιος λαός, ποὺ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαυῒδ καὶ τοῦ Σολομῶντος ἔφτασε στὸ ἀπόγειο τῆς δόξης, ἔπειτα περιῆλθε σὲ κατάπτωσι, καὶ κατόπιν διαιρέθηκε σὲ κόμματα, θρησκευτικὰ μᾶλλον παρὰ πολιτικά. Τέσσερα ἦταν τὰ κόμματα αὐτά. Τὸ ἕνα ἦταν οἱ Ἡρῳδιανοί, οἱ ὀπαδοὶ δηλαδὴ τοῦ βασιλέως Ἡρῴδου τοῦ Ἀντίπα· αὐτοὶ συνεργάζονταν μὲ τοὺς Ῥωμαίους κατακτητάς. Τὸ ἄλλο ἦταν ἡ αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων · αὐτοὶ δὲν παραδέχονταν ἀθανασία ψυχῆς καὶ ἀνάστασι νεκρῶν. Τρίτο ἦταν ἡ ὀργάνωσι τῶν Φαρισαίων, ποὺ καυχῶνταν γιὰ τὶς ἀνύπαρκτες ἀρετές τους. Καὶ τελευταῖοι ἦταν οἱ Ἐσσαῖοι, μιὰ μικρὴ μειονότης πού, ἀηδιασμένοι ἀπὸ τὶς πόλεις, εἶχαν καταφύγει στὴν ἔρημο καὶ στὰ σπήλαια κ ̓ ἐκεῖ ζοῦσαν ἀσκητικὴ ζωή.

Ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν οὔτε Ἐσσαῖος, οὔτε Ἡρῳδιανός, οὔτε Σαδδουκαῖος, οὔτε Φαρισαῖος, ἀλλὰ ἦταν ὑπεράνω ὅλων. Ἀνῆκε στὸ Θεό, ἦταν Θεός. Κι αὐτοὶ ὅλοι τὸν μισοῦσαν θανάσιμα καὶ ἤθελαν νὰ τὸν ἐξευτελίσουν.

Λέει λοιπὸν τὸ εὐαγγέλιο σήμερα, ὅτι τὸν πλησίασαν οἱ Ἡρῳδιανοὶ καὶ ἤθελαν νὰ τὸν παγιδεύσουν μὲ ἕνα ἐρώτημα – δίλημμα. Ποιό ἦταν τὸ δίλημμα. Ὡς ὑπόδουλοι οἱ Ἰουδαῖοι πλήρωναν φόρο. Ὁ φόρος ἦταν ἕνα νόμισμα ποὺ ὠνομαζόταν κῆνσος. Ρωτᾶνε τὸ Χριστὸ πονηρά· «Πρέπει ἐμεῖς νὰ πληρώνουμε στὸν καίσαρα κῆνσο;». Ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκρίνεται· «Δεῖξτε μου τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου». Ὅταν τὸ ἔδειξαν τοὺς ρωτάει· «Τίνος εἰκόνα ἔχει ἐπάνω;» τοῦ Δαυΐδ, τοῦ Σολομῶντος, τίνος; «Τοῦ καίσαρος», ἀπαντοῦν. «Μόνοι σας λοιπὸν τὸ λέτε· ἐφ ̓ ὅσον ἐσεῖς κρατᾶτε στὰ χέρια σας τέτοια νομίσματα, σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζετε τὴν ἐξουσία τοῦ καίσαρος». Καὶ εἶπε τότε ὁ Χριστὸς τὸ σπουδαῖο ἐκεῖνο λόγιο· «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22,21). Δηλαδή, πολιτεία καὶ ἐκκλησία εἶνε δύο διάφορα πράγματα· δὲν πρέπει οὔτε ἡ πολιτεία νὰ ἐπεμβαίνῃ στὰ ἐκκλησιαστικά, οὔτε πάλι καὶ ἡ ἐκκλησία στὰ πολιτικά. Νὰ μένουν στοὺς κύκλους τῶν ἁρμοδιοτήτων τους καθεμιὰ ἐξ αὐτῶν, ἂν θέλουμε νὰ ὑπάρχῃ ἁρμονία. Ἔτσι οἱ Ἡρῳδιανοὶ ἀποστομώθηκαν καὶ ἔφυγαν.

Μετὰ ἔρχονται οἱ Σαδδουκαῖοι, ποὺ ἔλεγαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασι νεκρῶν καὶ ἀθανασία ψυχῆς. Αὐτοὶ ἀνέφεραν μιὰ περίπτωσι ποὺ σπανίως παρουσιάζεται. Σύμφωνα μὲ τὸ μωσαϊκὸ νόμο, ἐὰν ἕνας ἄντρας πέθαινε χωρὶς ν ̓ ἀφήσῃ παιδιὰ καὶ εἶχε ἀδέρφια, ἦταν ὑποχρεωμένα τ ̓ ἀδέρφια του νὰ πάρουν τὴ χήρα σύζυγό τους. Πέθανε λοιπὸν ἔτσι κάποιος. Ἡ γυναίκα, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο, πῆρε τὸν δεύτερο ἀδερφό του· ἀλλὰ κι αὐτὸς πέθανε χωρὶς ν ̓ ἀφήσῃ παιδιά. Τὸ ἴδιο ἔγινε μὲ τὸν τρίτο, τὸν τέταρτο, τὸν πέμπτο, τὸν ἕκτο, καὶ τὸν ἕβδομο· μὲ κανένα δὲν ἔκανε παιδιά. Ρωτᾶνε λοιπὸν τὸ Χριστό· Στὸν ἄλλο κόσμο σὲ ποιόν ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ θ ̓ ἀνήκῃ ἡ γυναίκα; Πονηρὴ ἡ σκέψι τους· σεξουαλικῆς φύσεως ἐρώτημα αὐτό. Κι ὁ Χριστὸς ἀπήντησε· «Πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφάς» (Ματθ. 22,29). Διότι στὸν ἄλλο κόσμο θὰ ἐπικρατοῦν ἄλλες συνθῆκες· ἐκεῖ θὰ ζοῦν σὰν ἄγγελοι. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ διάκρισι φύλων, δὲν θὰ ὑπάρχουν ἄντρες καὶ γυναῖκες· θὰ ζοῦν ὅλοι ὑπὸ ἰδεώδεις ἀφάνταστες συνθῆκες. Ἀποστομώθηκαν κι αὐτοί, δὲν μπόρεσαν νὰ κάνουν τίποτε.

Μετὰ παρουσιάστηκαν οἱ Φαρισαῖοι. Προέβαλαν κι αὐτοὶ τὸ ἐρώτημά τους. Ποιά εἶνε, λένε, ἡ πιὸ μεγάλη ἐντολὴ τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου; Ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπήντησε· Μεγαλύτερη ἐντολὴ εἶνε τὸ «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν θέτει ὅμως τώρα κ ̓ ἐκεῖνος ἕνα ἐρώτημα· «Τί ἰδέα ἔχετε γιὰ τὸ Μεσσία; τίνος ἀπόγονος θὰ εἶνε;». «Τοῦ Δαυΐδ», ἀπαντοῦν. Κι ὁ Χριστὸς τοὺς ἐρωτᾷ πάλι· «Καὶ πῶς ὁ Δαυῒδ λέει· “Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου…” (Ψαλμ. 109,1. Ματθ. 22,44); Πῶς, ἐνῷ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἀπόγονος τοῦ Δαυΐδ, ὁ Δαυῒδ τὸν λέει Κύριό του, δηλαδὴ Θεό;». Δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ λύσουν τὸ πρόβλημα αὐτό. Γιατὶ πράγματι ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, εἶνε ἀπόγονος τοῦ Δαυΐδ· ἀλλ ̓ ὡς Θεὸς εἶνε ὁ Κύριος πάντων, καὶ τοῦ Δαυῒδ καὶ ὅλων. Πάει νικήθηκαν κι αὐτοί.

Τὴν ἡμέρα αὐτή, ἀντὶ νὰ ἐξευτελίσουν τὸ Χριστό, ὅλοι ἀποστομώθηκαν. Καὶ θαύμαζε ὁ λαὸς γιὰ τὴ σοφία του.

* * *

Μετὰ ὁ Χριστὸς ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ ἄρχισε τρομερὸ ἔλεγχο ἐναντίον τῶν Φαρισαίων. Εἶπε τὰ ὀκτὼ «οὐαί»(Ματθ. κεφ. 23ο), ποὺ σὰν ἀστροπελέκια, ἔπεφταν στὰ κεφάλια τους. Γιὰ νὰ τὰ ἑρμηνεύσουμε θά ̓πρεπε νὰ κάνουμε ὀκτὼ κηρύγματα. Ἀλλ ̓ ἐμεῖς θὰ ἀρκεστοῦμε νὰ ποῦμε μόνο τὰ ἑξῆς.

Οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἐξωτερικὴ θρησκευτικότητα. Νήστευαν, προσεύχονταν, ἔκαναν ἐλεημοσύνες, φοροῦσαν ροῦχα μὲ μεγάλα κράσπεδα. Ἔτσι εἶχαν δημιουργήσει τὴν ἐντύπωσι ὅτι εἶνε οἱ ἅγιοι τῆς ἐποχῆς. Ὑποκρίνονταν ὅμως, καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκαλύπτει. «Οὐαί ὑμῖν», ἀλλοίμονό σας, λέει· μοιάζετε μ ̓ ἐκεῖνον ποὺ προσέχει μὴν καταπιῇ τὸ κουνουπάκι, μὰ καταβροχθίζει τὴν καμήλα(Ματθ. 23,24). «Οὐαὶ ὑμῖν», λέει· μοιάζετε μ ̓ ἕνα ποτήρι, ποὺ ἀπ ̓ ἔξω εἶνε καθαρὸ ἀλλὰ μέσα εἶνε ὅλο ἀκαθαρσία (ἔ.ἀ. 23,25). «Οὐαὶ ὑμῖν», λέει· μοιάζετε μὲ τάφους σκεπασμένους μὲ μάρμαρο, ἀλλὰ κάτω ἀπ ̓ τὴ μαρμάρινη πλάκα ὑπάρχει δυσωδία «ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας»(ἔ.ἀ. 23,27). Τοὺς ἤλεγξε δριμύτατα ὁ Χριστὸς μ ̓ αὐτά, κι αὐτοὶ ἐξωργίστηκαν τρομερὰ ἐναντίον του.

Τί νὰ ποῦμε, ἀδελφοί μου; Κ ̓ ἐμᾶς ἡ θρησκευτικότητά μας δὲν εἶνε εἰλικρινής. Χαρακτηριστικὸ εἶνε τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Κάτω στὴ Μάνη νηστεύουν Τετάρτη καὶ Παρασκευή, ὅλα αὐτὰ τὰ κρατᾶνε. Ἐν τούτοις ἔχουν μιὰ κακὴ συνήθεια, ἕνα πάθος· ἔχουν τὴ λεγομένη βεντέττα. Τί θὰ πῇ βεντέττα; Σκοτώθηκε κάποιος; δὲν πᾶνε στὸ δικαστήριο, ἀλλὰ κάποιος συγγενὴς τοῦ φονευθέντος ἀναλαμβάνει νὰ θανατώσῃ ἕνα συγγενῆ τοῦ ἄλλου, τοῦ φονέως. Ὥρισαν, λοιπόν, κάποιο νέο νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸ τὸ ἀπαίσιο ἔργο, κ ̓ ἔπρεπε αὐτὸς νὰ πάῃ μακριά, μέσα σ ̓ ἕνα δάσος, νὰ βρῇ κάποιον νὰ τὸν σκοτώσῃ. Ἦταν ὅμως ἡμέρα νηστείας, καὶ ἡ μάνα τοῦ ὑποψήφιου φονιᾶ τοῦ ἑτοίμασε φαγητὸ νηστήσιμο! Τὸ ὅτι θὰ σκότωνε καὶ θὰ ῥουφοῦσε τὸ αἷμα ἀνθρώπου δὲν τὴν πείραζε καθόλου. Ὑποκριτικὴ εὐσέβεια. Τὰ μικρὰ καὶ εὔκολα τηροῦμε, ἐνῷ τὰ μεγάλα καὶ σπουδαῖα, τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, δὲν τὶς τηροῦμε. Ἂν ὁ Χριστὸς ἐρχόταν πάλι στὸν κόσμο, ὄχι ὀκτὼ ἀλλὰ δεκαοκτὼ «οὐαί» θὰ μᾶς ἔλεγε. Γιατὶ ζοῦμε μιὰ φαινομενικὴ εὐσέβεια. Ὑπάρχει τὸ φαινόμενο, ἀλλὰ ἡ οὐσία ἀπουσιάζει.

Τὸ φαίνεσθαι καὶ τὸ εἶναι – μεγάλη διαφορά. Ἄλλο τὸ φαίνεσθαι, καὶ ἄλλο τὸ εἶναι. Θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε ὁλόκληρο κήρυγμα πάνω σ ̓ αὐτό. Βλέπεις π.χ. μιὰ γυναῖκα καὶ τὴ θεωρεῖς ἠθική, ἐν τούτοις ἔχει σχέσεις μὲ ἄλλους ἄντρες. Βλέπεις τὸν ἄλλο ποὺ φαίνεται δίκαιος, ἀλλὰ εἶνε κλέφτης. Βλέπεις τὸν ἄλλο νὰ ἔρχεται στὴν ἐκκλησία, καὶ ὅμως εἶνε δολοφόνος, ἀφοῦ κάνει ἐκτρώσεις. Ὑπάρχουν νομίσματα γνήσια, ἀλλ ̓ ὑπάρχουν καὶ κίβδηλα. Ὄχι κίβδηλα λοιπὸν ἀλλὰ γνήσια νομίσματα. Δυστυχῶς ἐπικρατεῖ τὸ φαίνεσθαι.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἔλεγε· Ἀμφιβάλλω ἂν μέσα στὴν Ἀντιόχεια, τὴ μεγάλη πόλι, ὑπάρχουν ἑκατὸ Χριστιανοί. Χριστιανὸς εἶνε μεγάλ ὄνομα καὶ μεγάλο πρᾶγμα. Χριστιανὸς εἶνε αὐτὸς ποὺ πιστεύει, αὐτὸς ποὺ μετανοεῖ καὶ κλαίει γιὰ τ ̓ ἁμαρτήματά του, αὐτὸς ποὺ ἐξομολογεῖται καὶ κοινωνεῖ, αὐτὸς ποὺ ἐλεεῖ, ὁ πρᾷος καὶ ταπεινός. Αὐτὰ τὰ γνωρίσματα δὲν τὰ ἔχουμε· ἔχουμε μόνο τὸ φαίνεσθαι, τὴ ρεκλάμα…

* * *

Σήμερα, ποὺ ἀκούσαμε τὰ «οὐαί», θαυμάζουμε τὴ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ. Μακροθυμεῖ καὶ περιμένει τὴ μετάνοιά μας. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς δικάσῃ ὄχι διότι ἁμαρτάνουμε, ἀλλὰ διότι δὲν μετανοοῦμε.

Γι ̓ αὐτὸ τὴν περίοδο αὐτὴ νὰ προσέλθουμε ὅλοι στὴν ἐξομολόγησι. Δὲν ἐξαιρεῖται κανείς· οὔτε ψαλτάδες, οὔτε παπᾶδες, οὔτε κανεὶς ἄλλος. Ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν εἶνε βαπτισμένος δὲν εἶνε Χριστιανός, ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ δὲν ἐξωμολογήθηκε δὲν εἶνε Χριστιανός. Διότι, ὅπως εἶπαν οἱ πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ μετάνοια εἶνε τὸ δεύτερο βάπτισμα.

Εἴθε ὁ Θεὸς τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες νὰ δώσῃ νὰ συναισθανθοῦμε τὰ ἁμαρτήματά μας. Νὰ εἴμαστε ὄχι μόνο τοῦ φαίνεσθαι ἀλλὰ καὶ τοῦ εἶναι. Νὰ περάσουμε ὅλοι ἀπὸ τὴν ἱερὰ κολυμβήθρα τῆς ἐξομολογήσεως, νὰ μετανοήσουμε εἰλικρινῶς, γιὰ νὰ βροῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Leave a reply

Your email address will not be published.