Ἐκκλησιαζόμεθα μὲ συναίσθησι; – ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 
 

«Ἐγενόμην ἐν Πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος» (Ἀπ. 1,10)

Περίοδος Δ ́ – Ἔτος ΛΔ ́ Φλώρινα – ἀριθμ. Φύλλου 2000

Κυριακὴ Β ́ τῶν Νηστειῶν 12 Μαρτίου 2017

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἐκκλησιαζόμεθα μὲ συναίσθησι;

Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς πῶ λίγα ἁπλᾶ λόγια μὲ τρόπο ποὺ ὅλοι νὰ μὲ καταλάβετε. Ὅταν, ἀγαπητοί μου, βρισκόμαστε στὸ ναό, ἐκτελοῦμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου»(Ἔξ. 20,9)· ἐκτελοῦμε τὴν προτροπὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ διὰ τοῦ Δαυῒδ λέει· «Ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν…»(Ψαλμ. 67,27).

Ἀλλὰ φτάνει μόνο ἡ σωματικὴ παρουσία μας στὸ ναό, γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι ἐκτελοῦμε τὸ καθῆκον τοῦ ἐκκλησιασμοῦ; Ὄχι βέβαια. Γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ μᾶς καὶ ἄλλα πράγματα εἶνε παρόντα ἐκεῖ· εἶνε καὶ …τὰ μανουάλια, οἱ πολυέλεοι, τὰ στασίδια, τὰ παγκάρια… Ἂν ρωτήσουμε τὸ ξύλο, πού ̓νε μέσ ̓ στὴν ἐκκλησία, Τί κατάλαβες; δὲν θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ τίποτε. Ὅπως καὶ ἂν μέσα στὴν ἐκκλησία εἶνε παρὼν ἕνας ποὺ δὲν ξέρει τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ τὸν ρωτήσουμε, Τί ἄκουσες; θὰ μᾶς πῇ· Τίποτα. Μερικοὶ λοιπὸν Χριστιανοὶ στέκονται στὴν ἐκκλησία ὅπως καὶ τὰ στασίδια, σὰν τὰ ξύλα· ἂν καταλαβαίνῃ τὸ ξύλο, καταλαβαίνουν κι αὐτοί. Πολλοὶ ἀκοῦνε τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχὲς σὰν νά ̓νε μιὰ ξένη ἄγνωστη γλῶσσα.

– Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν νὰ εἶνε παρὸν τὸ σῶμα· χρειάζεται νά ̓χουμε καὶ προσοχή· ὅπως στὸ σχολεῖο. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπαίνουμε στὸ ναὸ μέχρι τέλους ἡ διάνοια – ἡ σκέψι νά ̓νε προσηλωμένη στὰ τελούμενα καὶ λεγόμενα ἐκεῖ.

– Ὅποιος ἐκκλησιάζεται ἐννοεῖται βέβαια ὅτι ἔχει πίστι, πιστεύει σ ̓ αὐτὰ ποὺ ἔρχεται νὰ λατρεύσῃ· διαφορετικά;… Πιστεύεις; ἔλα στὴν ἐκκλησία· δὲν πιστεύεις; κάθισε στὸ σπίτι σου.

– Ἐκτὸς τώρα ἀπὸ τὴν προσοχὴ καὶ τὴν πίστι χρειάζεται ἀκόμη συναίσθησι καὶ κατάνυξι. Δὲν βρισκόμαστε οὔτε στὸ σπίτι μας, οὔτε στὴν ἀγορά, οὔτε στὸν κινηματογράφο, οὔτε στὸ παλάτι ἑνὸς ἐπίγειου βασιλιᾶ· βρισκόμαστε σὲ χῶρο ἱερὸ καὶ νιώθουμε ῥῖγος ἐνώπιον τοῦ οὐρανίου Βασιλέως. Γι ̓ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας, ἂν προσέξατε, δὲν παρακαλεῖ τὸ Θεὸ γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως ὅσοι μπαίνουν στὸ ναό, ἀλλὰ κάνει διάκρισι. Μπορεῖ νὰ μποῦν μέσα χίλιοι, δὲν προσεύχεται γιὰ ὅλους· προσεύχεται μόνο γιὰ τοὺς δέκα, γιὰ τοὺς πέντε, γιὰ τὸν ἕνα. Ποιόν; Γιὰ ἐκεῖνον ποὺ μπαίνει μὲ πίστι, μὲ εὐλάβεια καὶ φόβο Θεοῦ· «Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» (θ. Λειτ.). Ἂν λοιπὸν κάποιος μπῆκε μέσα χωρὶς τὶς προϋποθέσεις ποὺ ἀναφέραμε, αὐτὸν δὲν τὸν καλύπτουν οἱ προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας.

Πῶς, μὲ ποιό τρόπο, μποροῦμε νὰ βοηθηθοῦμε στὴν ἐκκλησία ὥστε νὰ νιώθουμε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ; Μὲ παραδείγματα ἁγίων.

Θά ̓χετε ἀκούσει γιὰ τὸν Ἰακώβ, τὸν ἔνδοξο ἐκεῖνον ἄνδρα τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Ἦταν πατριάρχης τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ, γνωστὸς γιὰ τὰ δώδεκα παιδιά του. Αὐτὸς μισήθηκε ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ τὸν σκοτώσῃ. Ἔφυγε λοιπὸν ἀπὸ τὸ πατρικό του καὶ βρέθηκε πρόσφυγας καὶ πικραμένος στὴν ἐρημιά, ἐνῷ πέρα τὰ θηρία μούγκριζαν. Κουρασμένος ξάπλωσε καταγῆς ἔχοντας μιὰ πέτρα γιὰ προσκέφαλο. Καθὼς ἀποκοιμήθηκε, εἶδε στ ̓ ὄνειρό του μία μεγάλη σκάλα, ποὺ πατοῦσε στὴ γῆ, ἡ κορυφή της ἔφτανε στὸν οὐρανό, καὶ πάνω της ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ξύπνησε καὶ φοβισμένος εἶπε· «Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ ̓ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ»(Γέν. 28,17). Ἔβαλε σημάδι ἐκεῖ καὶ ὑποσχέθηκε στὸν Κύριο, ἂν ξαναγυρίσῃ στὴν πατρίδα του γερός, νὰ τοῦ χτίσῃ ἐκεῖ θυσιαστήριο(βλ. ἔ.ἀ. 28,20). Ὅπως λοιπὸν ὁ Ἰακὼβ αἰσθάνθηκε ἐκεῖ ἱερὸ ῥῖγος, ἔτσι κ ̓ ἐσύ, Χριστιανέ, ὅταν μπαίνῃς στὸ ναὸ νὰ λὲς «Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ ̓ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ».

Ἂν θέλετε κι ἄλλο παράδειγμα, διαβάστε τὸν βίο τοῦ Μωυσῆ. Ὅταν βρέθηκε κι αὐτὸς στὴν ἐρημιά, ἐκεῖ ποὺ ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πεθεροῦ του, βλέπει μιὰ παράδοξη φωτιά· οἱ φλόγες της πυρπολοῦσαν μία βάτο χωρὶς ὅμως νὰ τὴν καῖνε. Ἀπόρησε, πάει νὰ πλησιάσῃ, καὶ τότε ἀκούει τὸν Κύριο νὰ τοῦ λέῃ· Μωυσῆ, μὴν πλησιάσῃς ἐδῶ, βγάλε τὰ σανδάλια σου, γιατὶ ὁ τόπος αὐτὸς εἶνε «γῆ ἁγία» (Ἔξ. 3,5). Ὅπως λοιπὸν στὸ Μωυσῆ ἔτσι καὶ σ ̓ ἐμᾶς ὁ Θεὸς φωνάζει· Ἁμαρτωλέ, προτοῦ νὰ μπῇς στὴν ἐκκλησιά, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀλλάξῃς μόνο ροῦχα· ἄλλαξε διαγωγή, ὥστε νὰ γίνῃς καθαρός.

Αὐτά, θὰ μοῦ πῆτε, εἶνε παραδείγματα τῆς παλαιᾶς διαθήκης· ἐμεῖς ζοῦμε στὴν καινὴ διαθήκη, ποὺ ὁ Θεὸς δὲν παρουσιάζεται ἔτσι, σὰν φωτιὰ ποὺ καίει, ἀλλὰ εἶνε γεμᾶτος στοργὴ κι ἀγάπη… Σωστὸ αὐτό· ἀλλὰ εἶνε καὶ ἕνας λόγος παραπάνω νὰ τρέχουμε μὲ πόθο στὸ ναό, ὅπως ἔτρεξαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἐκεῖ ποὺ ἦταν ὁ Χριστός – κι αὐτὸ εἶνε τὸ τρίτο παράδειγμα, ἀπὸ τὴν καινὴ διαθήκη, τὸ ὁποῖο παρακαλῶ νὰ προσέξουμε.

Ὁ Χριστὸς δίδασκε σ ̓ ἕνα σπίτι. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἄκουσαν ποῦ βρίσκεται, τ ̓ ἄφησαν ὅλα κ ̓ ἔτρεξαν ἐκεῖ. Μπήκαν μέσα, γέμισε ὅλο τὸ σπίτι καὶ συνωστίζονταν στὴν πόρτα. Βελόνα ἂν ἔρριχνες, δὲν ἔπεφτε κάτω. Ἔφεραν τότε τέσσερις σπλαχνικοὶ ἄνθρωποι ἕναν παράλυτο· κ ̓ ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἄνοιγαν δρόμο, αὐτοὶ ἀνέβηκαν στὴ στέγη, ἀφαίρεσαν τὰ κεραμίδια καὶ τὸν κατέβασαν μέσα στὸ δωμάτιο ποὺ ἦταν ὁ Κύριος. Κι ὅταν ὁ Χριστὸς εἶδε τὴν πίστι τους εἶπε στὸν παράλυτο· «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου»(Μᾶρκ. 2,5)· καὶ τοῦ χάρισε διπλῆ θεραπεία, τοῦ σώματος ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχῆς. Ὅπως λοιπὸν αὐτοί, ἔτσι κ ̓ ἐμεῖς ἂς τρέχουμε ὅπου εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

* * *

Θὰ μοῦ πῆτε· Ἂν ζούσαμε κ ̓ ἐμεῖς στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ μαθαίναμε ποῦ βρίσκεται, θὰ τρέχαμε κοντά του… Ἐδῶ λοιπὸν εἶνε τὸ σπουδαῖο, ἀγαπητοί μου. Ὁ Χριστός, ὁ βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς –ἂν πιστεύουμε–, ὁ Χριστὸς εἶνε ἐδῶ, μέσα στὴν ἐκκλησία! Ὅσοι ἔχουν μάτια καὶ αὐτιὰ καὶ καρδιά, τὸ αἰσθάνονται. Εἶνε παρὼν μέσα στὴν ἐκκλησία ὄχι μόνο πνευματικὰ ἀλλὰ καὶ σωματικά. Φαίνεται παράδοξο; Κι ὅμως εἶνε ἀληθινό. Τὸ βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὅταν μᾶς εἶπε ὅτι «Ὅπου εἶνε δύο ἢ τρεῖς μαζεμένοι στὸ δικό μου ὄνομα, ἐκεῖ βρίσκομαι κ ̓ ἐγὼ ἀνάμεσά τους»(βλ. Ματθ. 18,20). Στὴν ἐκκλησία ὅμως δὲν βρίσκονται μόνο δυὸ – τρεῖς ἀλλὰ πολλοὶ περισσότεροι· συνεπῶς ἐκεῖ εἶνε καὶ ὁ Χριστός, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο του.

Ναί, ἀδελφοί μου. Τὰ λόγια, ποὺ εἶπε τότε ὁ Χριστός, τὰ ἴδια λόγια ἀκοῦμε καὶ στὴν ἐκκλησία ὅταν διαβάζεται τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Ἐκεῖνο ποὺ εἶπε τότε στὸν σημερινὸ παράλυτο, «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», αὐτὸ ἀκούει κι ὁ Χριστιανὸς τώρα στὴν ἐκκλησία ὅταν ἐξομολογεῖται μπροστὰ στὸν πνευματικὸ πατέρα. Τὸ ψωμί, ποὺ ὁ Χριστὸς εὐλόγησε τότε στὴν ἔρημο καὶ χόρτασε τὸ πλῆθος, τὸ ἴδιο αὐτὸ ψωμὶ εὐλογεῖ καὶ στὸ τέλος τὸ μοιράζει ὁ ἱερεὺς σὰν ἀντίδωρο· εἶνε ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ μας. Μὰ δὲν σᾶς εἶπα ἀκόμη τίποτα· στὴν ἐκκλησία γίνεται κάτι ἄλλο ἀφάνταστο – ποιό; Ὁ μυστικὸς δεῖπνος, ποὺ ἐτέλεσε ὁ Χριστὸς τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ εἶπε «Λάβετε φάγετε…», «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…»(Ματθ. 26,26-27), εἶνε ὁ ἴδιος ποὺ τελεῖται καὶ τώρα πάνω στὴν ἁγία τράπεζα, εἶνε αὐτὸ τὸ σῶμα καὶ αὐτὸ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας! Συνεπῶς εἶνε παρὼν ὁ Χριστός.

Ἐμεῖς τώρα μάτια ἔχουμε, καὶ τηλεοράσεις ἔχουμε· ἐκεῖνο ποὺ μᾶς λείπει εἶνε ἡ πίστις. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, ποὺ οἱ ἄνθρωποι πίστευαν στὸ Θεὸ καὶ ἔρχονταν στὴν ἐκκλησιά, ἔβλεπαν θαύματα ὅταν ὁ ἱερεὺς κρατοῦσε τὰ ἅγια. Δὲν εἶνε φαντασία αὐτά· ρωτῆστε τὶς γιαγιάδες τῆς παλιᾶς γενιᾶς, ποὺ δὲν ἤξεραν νὰ βάλουν τὴν ὑπογραφή τους, ἀλλ ̓ ὅταν περνοῦσαν τὰ ἅγια αἰσθάνονταν πὼς βρίσκονται μπροστὰ στὸ Θεό, ἔλεγαν «Μνήσθητί μου, Κύριε…» (Λουκ. 23,42) κι ὅλα τὰ μάτια ἦταν δακρυσμένα. Ἀνοῖξτε τοὺς βίους τῶν ἁγίων, νὰ δῆτε· ὅταν λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Σπυρίδων, οἱ Χριστιανοὶ –λέει τὸ ἀπολυτίκιό του– ἔβλεπαν δίπλα του ἀγγέλους· «…ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι, ἱερώτατε»(ἀπολυτ. ἁγ. Σπυρ.).

Τώρα δυστυχῶς δὲν νιώθουμε τὸ «Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος…». Προτιμῶ μέσ ̓ στὴν ἐκκλησιὰ νά ̓χω πέντε ἀνθρώπους ποὺ πιστεύουν παρὰ χιλιάδες ποὺ τὸ μυαλό τους τρέχει ἔξω, δεξιὰ κι ἀριστερά. Ὅπως σ ̓ ἕνα παλάτι μπαίνει κανεὶς μὲ προσοχή, ἔτσι ἂς μπαίνουμε κ ̓ ἐμεῖς στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Σήμερα δυστυχῶς κι ὁ ἐκκλησιασμὸς ἀραίωσε· ἀπὸ τοὺς ἑκατὸ Χριστιανοὺς ἕνας ἐκκλησιάζεται. Ἀλλὰ σὺ ὁ ἕνας, ποὺ ἐκκλησιάζεσαι ὄχι γιὰ τὸ μνημόσυνο κάποιου συγγενοῦς σου ἀλλὰ γιὰ τὸ μνημόσυνον Ἰησοῦ Χριστοῦ· ὅλοι ὅσοι ἔρχεστε στὴν ἐκκλησία γιατὶ παραπάνω ἀπὸ τὸν πατέρα ἢ τὴ μάνα μας εἶνε ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, «ὃν πᾶσα κτίσις εὐλογεῖ»(καν. Μ. Παρασκ. ᾠδ. η ́), ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσῃ πάλι μιὰ νέα ἐκκλησία, ἐκκλησία ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, γιὰ νὰ ὑμνοῦμε σ ̓ αὐτὴν αἰωνίως τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Leave a reply

Your email address will not be published.