ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΙΣΛΑΜ

 
 

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΙΣΛΑΜ

Ἀπό τήν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στή Μικρά Ἀσία (1353 – 1354) προέκυψαν τρία αἰχμαλωσιακά κείμενα˙ δύο ἐπιστολές γραμμένες ἀπό τόν ἴδιο τόν ἅγιο Γρηγόριο (Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν καί ἐπιστολή πρός ἀνώνυμον ὅτε ἑάλω) καί μία διάλεξη μεταξύ τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καί τῶν Χιόνων, δηλ. ἐξισλαμισθέντων χριστιανῶν (Διάλεξις πρός τούς ἀθέους Χιόνας), ἡ ὁποία καταγράφηκε ἀπό τόν ἰατρό Ταρωνείτη. Τά κείμενα αὐτά περιέχουν μεταξύ ἄλλων τρεῖς συζητήσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου : α) μέ τόν Ἰσμαήλ, ἐγγονό τοῦ ἐμίρη Ὀρχάν, β) μέ τούς Χιόνες καί γ) μέ ἕνα τασιμάνη, μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό.

Θά ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας στή θεολογική συζήτηση, πού εἶχε ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ τόν Ἰσμαήλ, τόν ἐγγονό τοῦ ἐμίρη Ὀρχάν, ἡ ὁποία σώζεται στό ἔργο του «Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν». Ἡ διάλεξη αὐτή διεξήχθη τρεῖς μῆνες (Ἰούνιος τοῦ 1354) μετά τή σύλληψη του ἁγίου Γρηγορίου στήν Προύσα στήν ἔπαυλη τοῦ Ὀρχάν.

«Ὁ Ἰσμαήλ, περιτριγυρισμένος ἀπό μερικούς ἄρχοντες, προσκάλεσε τόν ἅγιο Γρηγόριο σ’ἕνα χλοερό μέρος, ὅπου τοῦ προσεφέρθησαν φροῦτα. Ἡ ἀποχή τοῦ ἁγιορείτη Παλαμᾶ ἀπό τό κρέας ἀποτέλεσε καί τήν ἀφορμή γιά τήν πρώτη ἐρώτηση, πού τοῦ ἀπηύθηνε ὁ ὑψηλός συνομιλητής του, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφερόταν νά πληροφορηθεῖ, ἐάν ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέν ἔτρωγε ποτέ κρέας καί γιά ποιόν λόγο. Τό ἐνδιαφέρον του ἀσφαλῶς προερχόταν ἀπό τήν ἐπιθυμία του νά διακριβώσει κατά πόσον ἡ νηστεία τῶν χριστιανῶν παρουσίαζε ὁμοιότητες μέ τή νηστεία, πού ὁρίζεται ἀπό τό Κοράνιο νά τηρεῖται κατά τόν μήνα τοῦ Ραμαζανίου καί συνιστᾶ ἕνα ἀπό τούς πέντε «στύλους του Ἰσλάμ».

Στό κατά Ματθαῖον ἅγιο Εὐαγγέλιο μαρτυρεῖται ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, πρίν πειρασθεῖ ὑπό τοῦ διαβόλου μέ τούς γνωστούς τρεῖς πειρασμούς, «νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα, ὕστερον ἐπείνασε». Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος τονίζει καί τό «νύκτας τεσσαράκοντα». Δέν ἀρκοῦσε, δέν ἔφθανε νά πεῖ μόνο «ἡμέρας τεσσαράκοντα»; Λέει καί «νύκτας τεσσαράκοντα» γιά ἀπολογητικό καί ἀντιαιρετικό σκοπό. Αὐτή ἡ φράση ξεχωρίζει καί διακρίνει τήν Ὀρθοδοξία στό θέμα τῆς νηστείας ἀπό τή θρησκεία τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, μέ τήν ὁποία κακῶς γίνονται διάλογοι καί συναντήσεις σάν ἴσοι πρός ἴσους. Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι νηστεύουν ἐπί σαράντα ἡμέρες, μόνο, ὅμως, τήν ἡμέρα. Τή νύκτα, τό βράδυ καταλύουν τή νηστεία καί ὀργιάζουν. Τήν ἡμέρα νηστεύουν καί τό βράδυ κάνουν συμπόσια, πίνουν ποτά καί τρῶνε ἀρτυμένα φαγητά. Εἶναι, ὅμως, αὐτή νηστεία; Ὄχι, βέβαια. Ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι νηστεύουμε, κατά τό πρότυπο τοῦ Κυρίου μας, σαράντα ἡμέρες καί σαράντα νύκτες, σαράντα νυχθήμερα ἤ ἡμερονύκτια καί μετά, «ὕστερον» καταλύουμε τη νηστεία. «Νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα, ὕστερον ἐπείνασε».

Στή συνέχεια ὁ Ἰσμαήλ ρωτᾶ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἄν οἱ Χριστιανοί δεχόμαστε καί ἀγαπᾶμε τόν προφήτη τους Μωάμεθ˙ «ἐκεῖνος ἤρετο πάλιν, εἰ δεχόμεθα καί ἀγαπῶμεν καί ἡμεῖς τόν προφήτην αὐτῶν Μεχούμετ». «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀμέσως ἀπάντησε ὅτι οὔτε τόν δεχόμαστε οὔτε τόν ἀγαπᾶμε τόν Μωάμεθ. Ὅταν ὁ Ἰσμαήλ τοῦ ζήτησε τόν λόγο αὐτῆς τῆς ἀρνήσεως καί ἀπορρίψεως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶπε ὅτι δέν πιστεύουμε στή διδασκαλία του, ἀπορρίπτουμε τή διδασκαλία του, καί ἑπομένως γιά τόν λόγο αὐτό δέν μποροῦμε νά τόν δεχθοῦμε καί νά τόν ἀγαπήσουμε ὡς διδάσκαλο καί προφήτη˙ «τῷ μή πιστεύοντι τοῖς τοῦ διδασκάλου λόγοις οὐκ ἔνι τόν διδάσκαλον ὡς διδάσκαλον ἀγαπᾶν» ».

«Στή συνέχεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος μεταφέρθηκε στή Νίκαια. Κάποια μέρα ἐξῆλθε γιά περίπατο ἔξω ἀπό τήν πόλη ἀπό τήν ἀνατολική πύλη. Συνέπεσε τότε νά κηδεύουν οἱ Μουσουλμάνοι κάποιον ὀμόπιστό τους. Ὁ ἅγιος παρακολουθοῦσε τά τελούμενα ἐκ τοῦ μακρόθεν. Ὅταν ἐπέστρεφαν, κάθησαν μαζί μέ ἕνα τασιμάνη, ἕνα μουσουλμάνο κληρικό δηλ., στό μέρος ὅπου καθόταν καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ζήτησε κάποιον, πού νά γνωρίζει καί τίς δύο γλῶσσες, μέ δική του πρωτοβουλία, ἄνοιξε συζήτηση μέ τόν τασιμάνη. Μέ ἀφορμή τά τελεσθέντα κατά τήν κηδεία ὁ διάλογος περιεστράφη γύρω ἀπό τήν σχετική τελετουργία καί τήν μέλλουσα κρίση.

Παρατήρησε γιος Γρηγόριος ὅτι θά ἔπρεπε οἱ εὐχές τους νά ἀναπέμπονται πρός τόν Χριστό, ἐφ’ ὅσον, ὅπως καί οἱ ἴδιοι πιστεύουν, κριτής ὅλων θά ἔλθει ὁ Χριστός. Σύμφωνα μάλιστα μέ τόν Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ Θεός θά κρίνει τήν οἰκουμένη, ὅπως καί σύμφωνα μέ τόν προφήτη Δανιήλ. Ἑπομένως, ὁ Χριστός ὡς Θεός θά κρίνει τήν οἰκουμένη καί δέν εἶναι διαφορετικός ἀπό τόν Πατέρα κατά τήν Θεότητα, ὅπως τό ἡλιακό ἀπαύγασμα δέν εἶναι διαφορετικό ἀπό τόν ἥλιο. Ὁ τασιμάνης φάνηκε νά δυσανασχετεῖ. Ἀνέπτυξε καί τίς δικές του θέσεις, ἐνῶ ἐν τῷ μεταξύ συγκεντρώθηκαν πολλοί Χριστιανοί καί Τοῦρκοι, γιά νά παρακολουθήσουν τή συζήτηση. Eίπε, λοιπόν, ὁ τασιμάνης ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι δέχονται ὅλους τούς προφῆτες καί τόν Χριστό, πιστεύουν δέ ὅτι καί τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ εἶναι θεϊκή ἀποκάλυψη, κατήλθεν ἐξ οὐρανοῦ. Ἀφοῦ στράφηκε πρός τόν ἅγιο Γρηγόριο, τόν ἐρώτησε : «Ὑμεῖς δέ πῶς οὐ δέχεσθε τόν ἡμέτερον προφήτην, οὐδέ πιστεύετε τῷ τούτου βιβλίῳ, ἐξ οὐρανοῦ καί αὐτό καταβάντι»;

Ἡ ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εἶναι πλήρης, θαρραλέα καί ἀποφασιστική, ὅπως θά δοῦμε. Προϋποθέτει μάλιστα γνώση τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τῶν πρό αὐτοῦ ἁγίων, ἰδιαίτερα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ἀπαντώντας στόν τασιμάνη, ὅτι εἶναι παλαιοτάτη συνήθεια νά μή δεχόμαστε τίποτε ὡς ἀληθές, ἄν δέν ὑπάρχουν σχετικές μαρτυρίες. Οἱ μαρτυρίες εἶναι δύο εἰδῶν˙ τό ἕνα εἶδος μαρτυρίας εἶναι τά ἴδια τά ἔργα καί τά πράγματα, τό ἄλλο οἱ μαρτυρίες ἀπό ἀξιόπιστα πρόσωπα. Ἀναφέρεται στόν προφήτη Μωϋσή καί στίς μαρτυρίες, πού ὑπάρχουν γι’ αὐτόν μέσα στήν Ἁγία Γραφή, ὅπως καί στόν Χριστό, ὁ ὁποῖος «μετά ἐξαισίων ὧν εἰργάσατο πολλῶν καί μεγάλων, καί παρ’ αὐτοῦ Μωσέως καί τῶν ἄλλων προφητῶν μαρτυρεῖται». Δέν ἰσχύει τό ἴδιο καί γιά τόν Μωάμεθ, ὁ ὁποῖος οὔτε μαρτυρεῖται ἀπό τούς προφῆτες οὔτε ἔκανε κάποιο θαῦμα ἀξιόλογο˙ «Τόν δέ Μεχούμετ οὔτε παρά τῶν προφητῶν εὑρίσκομεν μαρτυρούμενον οὔτε τί ξένον εἰργασμένον καί ἀξιόλογον πρός πίστιν ἐνάγον. Διά τοῦτο οὐ πιστεύομεν αὐτῷ οὐδέ τῷ παρ’ αὐτοῦ βιβλίῳ».

Ὁ τασιμάνης δυσανασχέτησε˙ ἀπολογήθηκε, ὅμως, προβάλλοντας τό ἐπιχείρημα ὅτι στό Εὐαγγέλιο ὑπῆρχαν μαρτυρίες γιά τόν Μωάμεθ, ἀλλά τίς ἔσβησαν, τίς ἐξαφάνισαν οἱ Χριστιανοί, καί ὅτι δεῖγμα θεϊκῆς εὐλογίας καί ἀποδοχῆς τοῦ Μωάμεθ εἶναι ὅτι διαρκῶς ἀπό τήν ἀνατολή μέχρι τή δύση, σέ ὅλη δηλ. τήν οἰκουμένη, ὁ Θεός τοῦ χάρισε νίκες ἐναντίον τῶν ἄλλων ἐθνῶν˙ «Ἀλλά καί ἐξ ἄκρας ἀνατολῆς ἐξελθών ἠλίου, μέχρι καί τῆς αὐτοῦ δύσεως, ὡς ὁρᾶς, νικῶν κατήντησεν».

Εἶναι συντριπτική ἡ ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου στά ἐπιχειρήματα αὐτά τοῦ τασιμάνη. Λέγει ἐν πρώτοις ὅτι ἀπό τό Εὐαγγέλιο δέν ἀποκόπηκε οὔτε τροποποιήθηκε τό παραμικρό. Ὑπάρχουν γι’ αὐτό φρικτές ἐντολές˙ ὅποιος τολμήσει νά ἀποκόψει κάτι ἤ νά τό ἀλλάξει ἀποκόπτεται ἀπό τόν Χριστό. Κανείς Χριστιανός δέν θά τολμοῦσε νά ἀποκόψει ἤ νά ἀλλάξει τά θεοχάρακτα λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε καί οἱ πολλές μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου μαρτυρύν γι’ αὐτό˙ θά εἶχε γίνει ἀντιληπτή ἡ ὁποιαδήποτε παραχάραξη. Ἀκόμη καί πολλοί αἱρετικοί, πού συμφωνοῦν σέ μερικά μέ τούς Μουσουλμάνους, δέν ἔχουν νά δείξουν τέτοιο παραλλαγμένο Εὐαγγέλιο. Στό Εὐαγγέλιο ἄλλωστε ὑπάρχουν ἐμφανῶς διδασκαλίες ἀντίθετες πρός τήν διδασκαλία τοῦ Μωάμεθ˙ πῶς, λοιπόν, θά μαρτυροῦσε τό Εὐαγγέλιο γιά τόν Μωάμεθ; Ἐπιπλέον, δέν ὑπάρχει στό Εὐαγγέλιο τίποτε σχεδόν, πού νά μήν ἔχει προλεχθῆ ἀπό τούς προφῆτες˙ ἄν, λοιπόν, ὑπῆρχε γραμμένο κάτι γιά τόν Μωάμεθ, θά τό εἶχαν πρoειπεῖ καί οἱ προφῆτες. Ἀντίθετα, μέσα στό Εὐαγγέλιο ὑπάρχει γραμμένο καί ὄχι σβησμένο ὅτι «ἐλεύσονται πολλοί ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφήται καί πολλούς πλανήσουσι». Γι’αὐτό καί παραγγέλει : «Μή οὖν πλανηθῆτε ὀπίσω αὐτῶν». Εἶναι βέβαια σωστό ὅτι ὁ Μωάμεθ προχώρησε ἀπό τήν Ἀνατολή μέχρι τή Δύση, νικώντας τούς ἄλλους λαούς. Πῶς τό κατόρθωσε, ὅμως, αὐτό; «Πολέμῳ καί μαχαίρᾳ καί λεηλασίαις καί ἀνδραποδισμοῖς καί ἀνδροκτασίαις, ὧν οὐδέν ἐκ Θεοῦ τοῦ ἀγαθοῦ προηγουμένως ἐστί, τοῦ ἐξ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνου δέ μᾶλλον προηγούμενον θέλημα». Καί ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ξεκίνησε ἀπό τή Δύση καί κατέκτησε τήν Ἀνατολή. Καί πολλοί ἄλλοι σέ διάφορες ἐποχές μέ τά στρατεύματά τους κατέκτησαν μεγάλα τμήματα τῆς οἰκουμένης. Σέ κανέναν, ὅμως, ἀπ’ αὐτούς δέν ἐμπιστεύθηκαν οἱ ἄνθρωποι καί τίς ψυχές τους, ὅπως ἐσεῖς, οἱ Μουσουλμάνοι, στόν Μωάμεθ. Ἄλλωστε, μολονότι χρησιμοποίησε ὁ Μωάμεθ τή βία καί κολάκευε τίς ἡδονές, ἐν τούτοις δέν κατέκτησε καί ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Ἀντίθετα, ἡ διδασκαλία του Χριστοῦ, μολονότι ἀπομακρύνει ἀπ’ ὅλες τίς ἡδονές τῆς ζωῆς, ἐξαπλώθηκε στά πέρατα τῆς οἰκουμένης, χωρίς νά χρησιμοποιήσει βία, ἀλλά μᾶλλον νικώντας τήν βία, πού ἄλλοι ἀσκοῦσαν ἐναντίον της, ὥστε πράγματι μόνον αὐτή νά μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς ἡ νίκη, πού νίκησε τόν κόσμο.

Ἡ συντριπτική καί θαραλλέα ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἐξόργισε τούς Τούρκους. Οἱ παρατυχόντες Χριστιανοί παρατήρησαν τίς κακές διαθέσεις τους καί μέ νοήματα προέτρεψαν τόν ἅγιο Γρηγόριο νά μετριάσει τούς λόγους, ὁ ὁποῖος πράγματι, χαμογελώντας μέ ἱλαρότητα, εἶπε ὅτι εἶναι φυσικό νά διαφωνοῦμε, γιατί διαφορετικά θά εἴχαμε τήν ἴδια πίστη.

Ἀνταποκρινόμενος στήν τελευταία αὐτή ἐξ ἀνάγκης προκληθεῖσα συναινετική ἀτμόσφαιρα κάποιος ἀπό τούς Τούρκους εἶπε ὅτι θά ἔλθει κάποτε καιρός, πού θά συμφωνήσουμε μεταξύ μας : «Ἔσται ποτέ ὅτε συμφωνήσομεν ἀλλήλοις». Στή διαπίστωση αὐτή συνεφώνησε καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος, δίνοντας κατ’ οἰκονομίαν τόπο στήν ὀργή τῶν Τούρκων, καί ἀσφαλῶς χωρίς ποτέ νά πιστεύσει ὅτι εἶναι δυνατόν νά συμφωνήσουμε Χριστιανοί καί Μουσουλμάνοι.

Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά διευκρινήσουμε ὅτι κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος θά δοῦν πρόσωπο πρός πρόσωπο τόν Ἰησοῦ Χριστό καί ὅλοι θά Τόν προσκυνήσουν, ἀλλά δέν θά σωθοῦν ὅλοι. Ἄλλοι θά ἀναστηθοῦν «εἰς κρίσιν», δηλ. θά πᾶνε στή κόλαση, καί ἄλλοι «εἰς ἀνάστασιν ζωῆς», δηλ. θά πᾶνε στόν Παράδεισο. Ἡ Ἀνάσταση θά εἶναι κοινή γιά ὅλους, θά εἶναι Καθολική Ἀνάσταση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὄχι, ὅμως, καί τῆς θελήσεως. Ὁ καθένας μας θά κριθεῖ σύμφωνα μέ τίς πράξεις, τούς λόγους καί τίς σκέψεις του. Ἐάν στήν ἐπίγεια ζωή ὁ καθένας μας πιστεύει ὀρθόδοξα καί ζεῖ ὀρθόδοξα, τότε ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Κύριλλο Ἱεροσολύμων καί τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο.

Ἑπομένως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, εὐχόμενος ὅτι κάποτε θά συμφωνήσουν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μέ τούς Μουσουλμάνους, εἶχε ὑπόψιν του τά πατερικά λόγια τῶν δύο παραπάνω ἁγίων. Εὐχήθηκα, λέγει, πράγματι νά ἔλθει ὁ καιρός ἐκεῖνος : «Συνεθέμην γάρ μνησθείς τῆς τοῦ ἀποστόλου φωνῆς, ὅτι ἐπί τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶν γόνυ κάμψει καί πάσα γλώσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός˙ τοῦτο δ’έσται πάντως ἐν τῇ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» ».

Πράγματι, ὁ ἅγιος Γρηγόριος συνεφώνησε ὅτι θά ἔλθει κάποτε καιρός, πού θά συμφωνήσουμε μεταξύ μας οἱ Χριστιανοί καί οἱ Τοῦρκοι, ἀλλά αὐτό τό εἶπε, δίνοντας κατ’ οἰκονομίαν τόπο στήν ὀργή τῶν Τούρκων, πού εἶχε ξεσπάσει ἐναντίον του, καί ἀσφαλῶς χωρίς ποτέ νά πιστεύσει ὅτι εἶναι δυνατόν νά συμφωνήσουμε Χριστιανοί καί Μουσουλμάνοι. Τήν συμφωνία αὐτή τήν βλέπει νά πραγματοποιεῖται, ὄχι στό ἱστορικό ἐπίπεδο, σέ κάποια μελλοντική περίοδο της ἱστορίας, ἀλλά σέ ὑπεριστορικό ἐπίπεδο, μετά τήν Δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

Συνεχίζουμε μέ τήν τρίτη συζήτηση, τήν «Διάλεξη πρός τούς ἀθέους Χιόνας». Ἡ διάλεξη αὐτή μεταξύ τοῦ ἁγίου καί τῶν Χιόνων (ἐξισλαμισθέντων χριστιανῶν) ἔγινε μέ πρωτοβουλία τοῦ ἐμίρη Ὀρχάν στήν ἔπαυλή του, πού βρισκόταν σέ λοφώδη περιοχή. Τή νευραλγικότητα τῆς διαλέξεως φανερώνει τό γεγονός ὅτι ὁ ἐμίρης εἶχε ὁρίσει ὡς προκαθήμενο τῆς συζητήσεως τόν στρατηγό Παλαπάνο. Ἡ σύνταξη τῆς διαλέξεως ἀποδίδεται στόν ἰατρό τοῦ ἐμίρη, ὀνόματι Ταρωνείτης.

«Ὁ παριστάμενος στή θέση τοῦ ἀμηρᾶ, ἄρχων Παλαπάνος, γνωρίζοντας προφανῶς τήν ἀπάντηση, πού εἶχε δώσει νωρίτερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος στόν Ἰσμαήλ, ὑπέβαλε τώρα τήν ἴδια ἐρώτηση, συμπληρωμένη, ὅμως, μέ κάποια διαπίστωση ἐλλείψεως ἀμοιβαιότητος καί ἀλληλοκατανοήσεως μέ εὐθύνη τῶν Χριστιανῶν, διότι, ἐνῶ οἱ Μουσουλμάνοι δέχονται τόν Χριστό, τόν τιμοῦν καί τόν ἀγαποῦν, ὅπως καί τήν μητέρα του, δέν πράττουν τό ἴδιο καί οἱ Χριστιανοί γιά τόν Μωάμεθ. «Ὁ αὐθέντης ὁρίζει σέ εἰπεῖν πῶς ἡμεῖς μέν δεχόμεθα τόν Χριστόν καί ἀγαπῶμεν καί τιμῶμεν καί λέγομεν αὐτόν εἶναι τοῦ Θεοῦ λόγον καί πνοήν, ἔχομεν δέ καί τήν μητέρα αὐτοῦ πλησίον τοῦ Θεοῦ, ὑμεῖς οὐ δέχεσθε τόν προφήτην ἡμῶν, οὐδέ ἀγαπᾶτε αὐτόν»;

Τώρα καί ἡ ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εἶναι συμπληρωμένη καί ὁλοκληρωμένη σέ σχέση μέ τήν ἀπάντηση, πού ἔδωσε στόν Ἰσμαήλ. Δέν πιστεύουμε στή διδασκαλία τοῦ Μωάμεθ, «διά τοῦτο οὐκ ἀγαπῶμεν ἡμεῖς τόν Μεχούμετ». Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δίδαξε ὅτι θά ἔλθει πάλι, γιά νά κρίνει ὅλο τό κόσμο˙ καί μᾶς παρήγγειλε νά μή δεχθοῦμε κανένα ἄλλον πρό τῆς δικῆς του παρουσίας. Εἶπε, ἐπίσης, πρός ὅσους δέν πίστευαν σ’αὐτόν, ὅτι ἦλθε ἐξ ὀνόματος τοῦ Πατρός καί δέν τόν δέχθηκαν˙ «ἐάν ἔλθει κάποιος ἄλλος στό δικό του ὄνομα, αὐτόν θά τόν δεχθοῦν». Εἶναι σαφής ἐδῶ ὁ ὑπαινιγμός ὅτι ὁ Μωάμεθ ἦταν αὐτόκλητος καί ὄχι θεόκλητος, ἀπόστολος τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὄχι τοῦ Θεοῦ, καί ὅμως τόν δέχθηκαν οἱ Μουσουλμάνοι. Προσθέτει ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος, γιά νά αἰτιολογήσει τήν ἐκ μέρους ταῶν Χριστιανῶν ἀπόρριψη τοῦ Μωάμεθ, ὅσα λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρός τούς Γαλάτες˙ «Κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίσηται ὑμῖν παρ’ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» ».

Συνοψίζοντας τά ἀνωτέρω, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο διαπραγματεύεται τό φαινόμενο τοῦ Ἰσλαμισμοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, φανερώνει ὅτι ἡ γνώση του βασίζεται κατά κύριο λόγο στήν προσωπική ἐμπειρία, πού ἀπέκτησε ἀπό τήν ἐπαφή του μέ τούς Τούρκους, κατά τήν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας του, καί ἀπό τήν προφορική παράδοση τοῦ Κορανίου, παρά τήν ἐπισταμένη μελέτη τοῦ Ἰσλάμ.

Ὅπως οἱ πρό αὐτοῦ Πατέρες θεωροῦν τό Ἰσλάμ ὡς μία ἐπικίνδυνη θρησκεία καί τόν Μωάμεθ ὡς πρόδρομον τοῦ Ἀντιχρίστου (ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής, ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός κ. ἄ.) ἔτσι καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος φαίνεται νά ἀντιμετωπίζει τόν Ἰσλαμισμό ὡς μία αἵρεση μέ ἰουδαϊκές καταβολές˙ καί τόν ἀντιμετωπίζει ἀπό θέσεως ἰσχύος ἔστω καί ἄν βρίσκεται αἰχμάλωτος στά χέρια τῶν Μουσουλμάνων. Ἀπαξιεῖ νά ἀναπτύξει ὑψηλή θεολογική συζήτηση, ὄχι ὅμως καί νά μήν ἐκθέσει τίς βασικές δογματικές ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστεως, εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐρωτήσεων καί ἀντιρρήσεων, πού προέβαλλαν οἱ μουσουλμάνοι συνομιλητές του, οἱ ὁποῖοι, ἄλλωστε, δέν φαίνεται νά εἶχαν ἰδιαιτέρως ὑψηλή θεολογική παιδεία. Ἄλλωστε, ἡ θρησκεία τους χαρακτηρίζεται γιά τίς χονδροειδεῖς καί παχυλές περί Θεοῦ, ἁμαρτίας, παραδείσου, ἐλευθερίας καί αὐτεξουσίου ἀντιλήψεις καί προκαλεῖ τήν δίκαιη ἐν μέρει, ὄχι ὅμως καί εὔλογη περιφρόνηση.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὑπεραμύνεται τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή οἱ συνομιλητές του τήν ἀρνοῦνταν, θεωρώντας Τον ὡς δοῦλο καί κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Συζητήθηκαν, ἐπίσης, θέματα, ὅπως ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ νηστεία καί ἡ μετά θάνατον ζωή, ἐπισημαίνοντας τό διαφορετικό ὑπόβαθρό τους, στοιχεῖο πού καθιστᾶ ἐμφανῆ τήν διαφορά μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί Ἰσλαμισμοῦ. Τέλος, συζητήθηκαν καί τά θέματα τῆς περιτομῆς καί τῶν εἰκόνων, τά ὁποία εἶχαν μεταφυτευθεῖ ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό στόν Ἰσλαμισμό.

Ἄν καί οἱ θέσεις τῶν δύο διαλεγομένων ἦταν τελείως ἀντίροπες (κατακτητής-αἰχμάλωτος), ὁ πρῶτος στάθηκε πολύ ἀδύνατος καί ἰσχνός στό νά ἀντιμετωπίσει καί νά ἀντισταθεῖ στήν θεολογική κατάρτιση καί παιδεία τοῦ αἰχμαλώτου. Γι’ αὐτό καί ἡ εἰκόνα, πού παρέχεται ἀπό τά τρία κείμενα τῆς αἰχμαλωσίας του ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, εἶναι μία εἰκόνα νίκης τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔναντι τοῦ Ἰσλαμισμοῦ. Πατώντας ὁ ἅγιος στό στερεό ἔδαφος τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων, πέτυχε νά σύρει τούς συνομιλητές του στήν ἀποδοχή τῶν θέσεών του καί στήν ὁμολογία τῆς ἀληθείας τῶν λόγων του.

Leave a reply

Your email address will not be published.