Χρειάζεται καλλιέργεια – ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 
 

«Ἐγενόμην ἐν Πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος» (Ἀπ. 1,10)

Περίοδος Δ ́ – Ἔτος ΛΔ ́ Φλώρινα – ἀριθμ. Φύλλου 1997

Α ́ Στάσις τῶν Χαιρετισμῶν 3 Μαρτίου 2017 βράδυ

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Χρειάζεται καλλιέργεια

«Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον» (Ἀκάθ. ὕμν. Ε2)

Δόξα τῷ Θεῷ φθάσαμε, ἀγαπητοί μου, στὴν πρώτη Παρασκευὴ τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀπόψε ἀκούσαμε τὴν Α ́ Στάσι τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου, ποὺ εἶνε ἕνα ποίημα καὶ τραγούδι τόσο διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀνάβουν τὸ καμίνι τῶν ἑωσφορικῶν παθῶν.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ χυδαῖα τραγούδια ὑπάρχουν καὶ ἄλλα, καλὰ τραγούδια, ποὺ ὑμνοῦν «τὰ ὡραῖα τῆς γῆς» ποὺ «ἐποίησε» ὁ Θεός(Ψαλμ. 73,17). Κι ἀπ ̓ ὅλα τὰ ὡραῖα τὸ ὡραιότερο εἶνε – ποιό· ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ «ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων»(ἔ.ἀ. 44,3). Καὶ κοντὰ στὴ δική του ὡραιότητα λάμπει ἡ ὡραιότης τῆς Παναγίας, γιὰ τὴν ὁποία ψάλλουμε «Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου καὶ τὸ ὑπέρλαμπρον τὸ τῆς ἁγνείας σου…» (Ἀπόδ. Μικρ.). Δὲν εἶνε ἡ Ἐκκλησία μας ἐναντίον τῆς ὡραιότητος· ἀλλὰ ὑπάρχει ἀληθινὴ ὡραιότης καὶ ὑπάρχει ἀπατηλὴ ὡραιότης ἢ μᾶλλον χυδαιότης.

Ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος ψάλλει τὴν ἀληθινὴ ὡραιότητα μὲ τὰ 144 «χαῖρε», ποὺ εἶνε μία ἐπανάληψις τοῦ πρώτου ἐκείνου «χαῖρε»(Λουκ. 1,28), ὅταν «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ χαῖρε» (Ἀκάθ. ὕμν. Α). Κάθε «χαῖρε» ἔχει δύο εἰκόνες· κι ὅλο τὸ ποίημα μοιάζει μ ̓ ἕνα ἄλμπουμ μὲ 288 εἰκόνες. Σήμερα τέτοιο ποίημα δὲν γράφεται. Καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ποιητοῦ του εἶνε ὅτι ἀπὸ ταπείνωσι –κατὰ τὸ «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου»(Ματθ. 6,3)– ἔμεινε ἀνώνυμος, ἄγνωστος.

* * *

Ἀπόψε, ἀγαπητοί μου, θέλω νὰ σᾶς ἑρμηνεύσω ἕνα μόνο «χαῖρε», τὸ «Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον»(Ἀκάθ. ὕμν. Ε2)· «χαῖρε» δηλαδή, Παναγία, ποὺ γέννησες τὸν γεωργὸ ποὺ καλλιεργεῖ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐδῶ ἔχουμε δύο πράγματα· τὸ ἕνα εἶνε ἡ εἰκόνα καὶ τὸ ἄλλο εἶνε τὸ εἰκονιζόμενο διὰ τῆς εἰκόνος.

Ἂς δοῦμε πρῶτα τὴν εἰκόνα. Ἡ εἰκόνα εἶνε ὁ γεωργός, ὁ γνωστὸς σὲ ὅλους μας.

Τὸ ἐπάγγελμά του· εἶνε ἀπὸ τὰ συμπαθέστερα ἀλλὰ καὶ τὸ ἀναγκαιότερο ἀπ ̓ ὅλα. Στὴν ἀρχαιότητα δὲν ὑπῆρχαν πολλὰ ἐπαγγέλματα, ὅπως τώρα. Στὴν Ἀμερικὴ μέτρησαν τὰ ἐπαγγέλματα τοῦ νεωτέρου κόσμου καὶ τὰ βρῆκαν 3.000! Πολλὰ ἀπ ̓ αὐτὰ ὑπηρετοῦν ταπεινὲς ἀνάγκες ἢ καὶ κακὲς συνήθειες κι ἁμαρτωλὲς ἀπαιτήσεις. Ἂν λείψουν, μᾶλλον καλὸ θὰ γίνῃ· δὲν ἔχει νὰ στερηθῇ τίποτε ἀναγκαῖο ὁ κόσμος, ἀντιθέτως θὰ ἐλαφρώσῃ ἀπὸ βάρη ἄχρηστα κ ̓ ἐπιβλαβῆ. Ἂν κάνουν ἀπεργία οἱ ἐκπαιδευτικοὶ ἢ οἱ γιατροί, εἶνε σοβαρό· ἂν ὅμως κάνουν ἀπεργία οἱ γεωργοὶ καὶ μάλιστα παρατεταμένη, ἀλλοίμονο σβήσαμε!

Τὸ ἔργο του. Τί κάνει ὁ γεωργός; Μετὰ τὸ ἁμάρτημα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας ἡ γῆ ἔβγαλε ἀγκάθια κι ὁ Ἀδὰμ ἄκουσε· Μὲ κόπο καὶ «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου» (Γέν. 3,19). Ὁ γεωργὸς ἀρχίζει τὸ ἔργο του σκύβοντας στὴ γῆ ὅπως ὁ ἀσκητὴς ὅταν κάνει γονυκλισίες· μετάνοιες κάνει ὁ ἀσκητής, μετάνοιες κι ὁ γεωργός. Στὸν χέρσο τόπο, ποὺ φυτρώνουν ἀγκάθια κι ἄγρια χόρτα καὶ κρύβονται φίδια, ὁ γεωργὸς βάζει φωτιά, καίει τ ̓ ἀγκάθια, ἐξοντώνει τὰ φίδια καὶ ξερριζώνει τὶς ἄγριες ῥίζες. Μετὰ παίρνει τὸ ἀλέτρι –σήμερα τὸ τρακτέρ–, σκάβει τὴ γῆ βαθειά, ἀνασκαλεύει τὰ χώματα κι ἀνοίγει αὐλάκια. Τέλος σπέρνει σπόρο πολύτιμο, ἀπ ̓ τὸν ὁποῖο σὲ λίγο ἡ γῆ θὰ δώσῃ καρπό· καὶ βλέπεις τὰ χωράφια τὴν ἄνοιξι σὰν μιὰ πράσινη θάλασσα, μετὰ τὰ πράσινα σιγὰ – σιγὰ κιτρινίζουν, γίνονται χρυσάφι, ἀνώτερο ἀπὸ χρυσάφι. Τὸ ἐκτιμοῦμε; Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε, ὅτι θὰ ἔρθῃ πεῖνα καὶ θὰ δίνῃς μιὰ χούφτα χρυσάφι, γιὰ νὰ πάρῃς μιὰ χούφτα ἀλεύρι.

Στὶς ἡμέρες μας δυστυχῶς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γεωργοῦ περιφρονεῖται. Τὸ ὑποτιμήσαμε, καὶ γι ̓ αὐτὸ ὁ ἀριθμὸς τῶν γεωργῶν ἐλαττώνεται. Ἐνῷ ἔχουμε πλῆθος μηχανικῶν, γιατρῶν, καθηγητῶν, δασκάλων, ὡς πρὸς τὰ ἀρχέγονα ἐπαγγέλματα ὑπάρχει ἔλλειψις καὶ θὰ ἔρθῃ μέρα ποὺ θ ̓ ἀκούσουμε «Ζητεῖται γεωργὸς» καὶ «ζητεῖται βοσκός». Ἡ γῆ μένει ἀκαλλιέργητη. Περιοδεύοντας στὴν Πρέσπα πλησίασα στὰ φυλάκια τῶν συνόρων καὶ τί εἶδα· στὸ δικό μας ἔδαφος δὲν μποροῦσα νὰ περπατήσω ἀπὸ τ ̓ ἀγκάθια, ἐνῷ στὸ Ἀλβανικὸ ἔδαφος κάθε σπιθαμὴ γῆς ἦταν καλλιεργημένη. Μοῦ ̓λεγε καὶ κάποιος ἀπὸ τὴν Αὐστραλία, ὅτι ἐκεῖ μόνο τὸ 1/5 τῆς γῆς καλλιεργεῖται, τὰ 4/5 μένουν ἀκαλ – λιέργητα. Καὶ στὴν Ἀμερικὴ ὑπάρχουν κάμποι ποὺ μένουν ἀκαλλιέργητοι. Ἂν αὐτὰ τὰ ἐδάφη καλλιεργηθοῦν, μὲ τὰ νέα μάλιστα ἐπιστημονικὰ μέσα ποὺ ἐφεῦρε ἡ τεχνολογία, θὰ μποροῦσε νὰ ζήσῃ τριπλάσιος πληθυσμός.

Μέχρι ἐδῶ σᾶς μίλησα γιὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ προσέχατε· τώρα θὰ μιλήσω μὲ γλῶσσα πνευματικὴ καὶ παρακαλῶ ἐντείνετε τὴν προσοχή σας. Εἰκόνα εἶνε ὁ γεωργός· ἐκεῖνο ποὺ εἰκονίζει ποιό εἶνε; Εἶνε μιὰ ἄλλη γεωργία καὶ ἕνας ἄλλος γεωργός. Τί ἐννοεῖ ὁ ποιητὴς ὅταν λέῃ «χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον»; Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ χωράφια αὐτά, ποὺ πρέπει νὰ καλλιεργοῦμε, ὑπάρχει –ναί ὑπάρχει– κ ̓ ἕνα ἄλλο χωράφι μὲ ἀνεκτίμητη ἀξία. Τὸ χωράφι αὐτὸ τὸ ἔχουν ὅλοι, καὶ ὁ πιὸ πτωχὸς καὶ ἀκτήμων. Ποιό εἶνε τὸ χωράφι αὐτό, ποὺ δὲν ἀγοράζεται μ ̓ ὅλα τὰ δολλάρια τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὶς λίρες τῆς Ἀγγλίας καὶ τὰ ρούβλια τῆς ̔Ρωσίας, καὶ ὅμως τὸ ἔχει καὶ ὁ πιὸ φτωχός; Θὰ τὸ πῶ, ἀλλὰ μὴ χασμουρηθῆτε· εἶνε ἡ ψυχή μας, ὁ ψυχικός μας κόσμος! Μὲ γλῶσσα ψυχολογίας, εἶνε οἱ ἰδέες μας, οἱ σκέψεις, τὰ αἰσθήματα, οἱ θελήσεις καὶ ἐπιθυμίες μας, εἶνε ὅ,τι ἀποτελεῖ τὸν ψυχικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου.

Μάλιστα, αὐτὸ εἶνε τὸ χωράφι μας. Κι ἂν ῥίξουμε μιὰ ματιὰ στὸ χωράφι αὐτό, τί θὰ δοῦμε; Ἂν εἴχαμε μάτια προφητῶν καὶ Μεγάλου Ἀντωνίου, θὰ βλέπαμε ὅτι εἶνε χέρσο καὶ γεμᾶτο ἀγκάθια· ἀγκάθια ποὺ ἀπορροφοῦν ὅλο

τὸ χυμὸ τῆς ψυχῆς καὶ δὲν ἀφήνουν νὰ φυτρώσῃ οὔτε ἄνθος οὔτε καρπὸς ὠφέλιμος.

Ἕνα ἀγκάθι π.χ., ποὺ πνίγει σήμερα τὴν ἀνθρωπότητα, εἶνε τὸ μῖσος. Τρομερὸ ἀγκάθι! Εἶνε ἐποχή, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός μας, ὅτι «διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν»(Ματθ. 24,12)· οἱ καρδιές μας θὰ γίνουν ψυγεῖο, Βόρειος Πόλος. Ἔφτασε ἡ ἐποχή, ποὺ θὰ μισήσουν ἡ γυναίκα τὸν ἄντρα της κι ὁ ἄντρας τὴ γυναῖκα του, ὁ πατέρας τὰ παιδιά του καὶ τὰ παιδιὰ τὸν πατέρα τους. Νά, στὴ Θεσσαλονίκη γίνεται ἡ δίκη ἑνὸς ποὺ μὲ καραμπίνα σκότωσε τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα του! Φοβερὸ πρᾶγμα. Φυλαχθῆτε γυναῖκες ἀπὸ τοὺς ἄντρες καὶ ἄντρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες, γονεῖς ἀπὸ τὰ παιδιὰ καὶ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς, καὶ φίλοι ἀπὸ φίλους. Μῖσος στὰ ἄτομα, μῖσος στὶς οἰκογένειες, μῖσος στὰ ἔθνη, μῖσος παγκόσμιο, παρ ̓ ὅλα τὰ ὡραῖα λόγια περὶ εἰρήνης.

Τὸ ἀγκάθι αὐτό, ἐρωτῶ, ποιός μπορεῖ νὰ τὸ ξερριζώσῃ; Ἕνας καὶ μόνο –«δεῦτε προσκυνήσωμεν αὐτῷ»–, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ θεῖος Γεωργὸς ποὺ γέννησε ἡ Παναγία μας. Γι ̓ αὐτὸ ὁ ποιητὴς λέει «Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον»· χαῖρε, σὺ ποὺ ἔφερες στὸν κόσμο τὸν μοναδικὸ γεωργὸ τῶν ψυχῶν μας.

Ὁ Χριστὸς ξερριζώνει τὰ μίση. Καὶ ὄχι μόνο ξερριζώνει, δὲν εἶνε μόνο ξερριζωτής, εἶνε καὶ φυτευτής. Πῆγα σ ̓ ἕνα κτῆμα ποὺ ἦταν χέρσο καὶ τὸ εἶδα γεμᾶτο μηλιές. Κοπίασα πολύ, μοῦ λέει ὁ καλλιεργητής· βλέπεις τὰ χέρια μου; ξερρίζωσα ξερρίζωσα, καὶ φύτεψα τὶς μηλιές… Καὶ ὁ Χριστὸς ξερριζώνει καὶ φυτεύει· στὴ θέσι τοῦ μίσους φυτεύει τὴν ἀγάπη, στὴ θέσι τῶν κακιῶν φυτεύει δέντρα πνευματικά, ποὺ δίνουν «καρποὺς τοῦ πνεύματος»(Γαλ. 5,22).

Ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε μόνο ὁ ἴδιος Γεωργός, μὲ γάμμα κεφαλαῖο, ἀλλὰ δίνει καὶ σ ̓ ἐμᾶς δύναμι, ὥστε κι ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς νὰ γίνῃ ἕνας μικρὸς γεωργός. Αὐτὸ δὲν εἶνε σχῆμα λόγου ἀλλὰ πραγματικότης, καὶ τὸ ἀποδεικνύουν τὰ γεγονότα· ὁ φιλάργυρος ξερριζώνει τὴ φιλαργυρία καὶ γίνεται ἐλεήμων· ὁ θυμώδης καὶ ὀργίλος γίνεται πρᾶος, ὁ πόρνος καὶ ὁ μοιχὸς καὶ ὁ ἀσελγὴς γίνεται ἐγκρατής. Πῶς; Μὲ τὴ χάρι τοῦ μεγάλου Γεωργοῦ Χριστοῦ.

* * *

Νὰ συναισθανθοῦμε, ἀδελφοί μου, ὅτι, παρ ̓ ὅλα τὰ γράμματα, τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὶς τέχνες μας, εἴμαστε ἀκαλλιέργητοι. Ἄχ, ποῦ εἶνε ἐκεῖνες οἱ ἅγιες ψυχές, οἱ ἀγράμματες μὰ τόσο βαθειὰ καλλιεργημένες! λόγο κακὸ δὲν ἔλεγαν, μῖσος δὲν εἶχαν, ζοῦσαν σὰν ἄγγελοι. Ἐμεῖς ἀκαλλιέργητοι, χέρσος τόπος!

Καὶ τὸ κωμικὸ εἶνε, ὅτι σήμερα ἔγινε τῆς μόδας ἡ λέξι κουλτούρα, λέξι λατινικὴ (cultura) ποὺ θὰ πῇ «καλλιέργεια», ἐξ οὗ καὶ «κουλτουριάρηδες». Ἐννοοῦν· Ἐμεῖς θὰ καλλιεργήσουμε, θὰ μορφώσουμε τὸ λαό. Ἀλλὰ πῶς θὰ τὸν μορφώσετε; χωρὶς Χριστό, μὲ ἀθεΐα; Αὐτὸ δὲν θὰ εἶνε πλέον καλλιέργεια, ἀλλὰ ἀποκτήνωσις.

Ἂν ἡ ἀνθρωπότης θέλῃ νὰ δῇ καλύτερες ἡμέρες, νὰ καλλιεργηθῇ σὲ βάθος, νὰ εὐδοκιμήσῃ τὸ δέντρο τῆς ἀγάπης καὶ κάτω ἀπ ̓ τὴ σκιά του νὰ καθίσουμε ὅλοι σὰν ἀδελφοί, δὲν ὑπάρχει ἄλλος ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Ναζωραῖο· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Leave a reply

Your email address will not be published.