«Ἐπὶ γῆς εἰρήνη» (Λουκ. 2,14) – ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

1

«Ἐγενόμην ἐν Πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος» (Ἀπ. 1,10)

Περίοδος Δ ́ – Ἔτος ΛΓ ́ Φλώρινα – ἀριθμ. Φύλλου 1987

Ἡ Γέννησις τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ Κυριακὴ 25 Δεκεμβρίου 2016

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

«Ἐπὶ γῆς εἰρήνη»

(Λουκ. 2,14)

Σὲ ἐξαιρετικὴ κίνησι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, σὲ ἐξαιρετικὴ κίνησι βρίσκεται ἀπόψε – νύκτα τῆς γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ὁ ἀγγελικὸς κόσμος.

Μακριὰ ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ κόσμου, ἕνα ἄσημο σημεῖο τῆς γῆς, τὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, συγκεντρώνει τὴν προσοχὴ τῶν ἀγγέλων. Ἐκεῖ συνέβη τὸ μοναδικὸ γεγονός, ποὺ οὔτε ἔγινε ποτὲ ἄλλοτε οὔτε θὰ ξαναγίνῃ. Γι ̓ αὐτὸ κατεβαίνει οὐράνια στρατιά· γιὰ νὰ χαιρετίσῃ καὶ νὰ προσκυνήσῃ τὸ Νήπιο τῆς Βηθλεέμ, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀπὸ ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία γιὰ μᾶς ἔγινε καὶ Υἱὸς ἀνθρώπου. Οἱ αἰθέρες τῶν οὐρανῶν ἀντιλαλοῦν καὶ δονοῦνται ἀπὸ τοὺς χαρμόσυνους ἤχους τοῦ ὕμνου τους· «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2,14), ποὺ ἀναλυτικώτερα σημαίνει· Δοξασμένος στὰ οὐράνια ἀπ ̓ τοὺς ἀγγέλους του ὁ Θεός, καὶ κάτω ἐδῶ στὴν ταραγμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία γῆ ἂς βασιλέψῃ πιὰ ἡ ποθητὴ εἰρήνη τῶν ψυχῶν· εὐδόκησε τώρα ὁ Πανάγαθος νὰ φέρῃ στοὺς ἀνθρώπους τὴ σωτηρία.

Οἱ καθαρὲς καρδιὲς τῶν ποιμένων, ποὺ «ἀγραυλοῦν», μένουν στοὺς ἀγροὺς – στὸ ὕπαιθρο, καὶ «φυλάσσουν φυλακὰς τῆς νυκτὸς ἐπὶ τὴν ποίμνην αὐτῶν»(ἔ.ἀ. 2,8), φρουροῦν τὴ νύχτα τὸ κοπάδι τους μὲ βάρδιες, αὐτὲς οἱ καρδιὲς σὰν ἄριστος ψυχικὸς δέκτης συλλαμβάνουν κι ἀκοῦνε πρῶτες τοῦτο τὸν ὕμνο. Κι ἀπὸ τὸ στόμα τῶν ποιμένων ὁ θεσπέσιος αὐτὸς ὕμνος μεταδίδεται ἀπὸ τότε στὸν χριστιανικὸ λαό. Καὶ εἶνε αὐτὸς ὁ τελειότερος ὕμνος, μὲ τὸν ὁποῖο οἱ πιστοὶ ὅλων τῶν αἰώνων μποροῦν νὰ ὑμνήσουν τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Σὲ δοξάζουμε, Κύριε, λέμε στὸ Χριστὸ μὲ τὸν ὕμνο τοῦτο· διὰ σοῦ δοξάζεται ὁ Θεός, διὰ σοῦ εἰρηνεύει ἡ γῆ, διὰ σοῦ ὁ ἄνθρωπος γίνεται παιδὶ ἀγαπημένο τοῦ οὐράνιου Πατέρα.

Τὸ Νήπιο τῆς Βηθλεέμ, λοιπόν, ἦρθε γιὰ νὰ φέρῃ στὸν κόσμο τὴν εἰρήνη. Αὐτὸ τὸ Νήπιο εἶνε ἡ εἰρήνη τῶν ἀνθρώπων. Στὸ νόημα αὐτὸ παρακαλῶ νὰ στρέψουμε τὴν προσοχή μας.

* * *

Τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἀγαπητοί μου· ποιά εἶνε ἡ εἰρήνη ποὺ ἔφερε στὴ γῆ ὁ Χριστός;

Δὲν πρόκειται πάντως γιὰ εἰρήνη ἁπλῶς ἐξωτερική, ὅπως αὐτὴ ποὺ ἐννοεῖ συνήθως ὁ κόσμος καὶ οἱ πολιτικοί· πρόκειται γιὰ εἰρήνη ἐσωτερική, βαθειά, μυστική, θεία. Εἶνε μία κατάστασι τῆς ψυχῆς, ποὺ μόνο ὅσοι ἔχουν πλησιάσει τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου μὲ πίστι καὶ μετάνοια εἶνε σὲ θέσι νὰ ζήσουν. Εἶνε δώρημα θεῖο. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀποκατάστασι τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό, αὐτὴ εἶνε ἡ εἰρήνη ποὺ μᾶς ἔφερε ὁ Χριστός.

Γιὰ νὰ καταλάβουμε κάπως καλύτερα τί σημαίνει «εἰρήνη Χριστοῦ», πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ ̓ ὄψιν, ὅτι μέχρι τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος βρισκόταν σὲ ἐχθρότητα μαζί του, τὸν χώριζε τεῖχος· τὸ τεῖχος ἦταν ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶνε φραγμός, τεῖχος σινικό, ποὺ διακόπτει τὶς σχέσεις ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ. Καὶ ὁ φραγμὸς αὐτὸς ἦταν φραγμὸς αἰώνων. Ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνοντας ἀπομακρυνόταν συνεχῶς ἀπὸ τὸ Θεό, τὴν πηγὴ τοῦ καλοῦ, καὶ ὁ φραγμὸς ὁλοένα ὑψωνόταν. Οἱ πρωτόπλαστοι ἔβαλαν τὸν πρῶτο λίθο· πάνω στὸν λίθο αὐτόν, στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, προστέθηκε δεύτερος λίθος, τὸ ἁμάρτημα τοῦ Κάιν· στὸν δεύτερο λίθο τρίτος καὶ οὕτω καθεξῆς· καὶ ἔτσι διὰ μέσου τῶν αἰώνων οἱ ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρωπίνου γένους σχημάτισαν τείχη σινικά, μέσα στὰ ὁποῖα κλείστηκε αἰχμάλωτη ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, χωρὶς νὰ μπορῇ νὰ ἐπικοινωνήσῃ μὲ τὸ Θεό.

Οὔτε ἄνθρωπος οὔτε ἄγγελος οὔτε ἀρχάγγελος μποροῦσε νὰ γκρεμίσῃ τὸ φοβερὸ αὐ τὸ τεῖχος. Τί λέω νὰ γκρεμίσῃ; Οὔτε μιὰ πέτρα ν ̓ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰ τείχη αὐτά, ποὺ μαῦρα, ἀπαίσια, βουβά, ἀκίνητα ὑψώνονταν μπροστὰ στὴν ἀνθρωπότητα. Ποιός θὰ κατεδάφιζε τὰ τείχη αὐτὰ τῆς ἁμαρτίας, τὰ ἀπείρως πιὸ φοβερὰ ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἰεριχοῦς; Ποιός θὰ ἐπανασυνέδεε τὸ πλάσμα μὲ τὸν Πλάστη του; ποιός θὰ συμφιλίωνε πάλι τὸν ἐπαναστάτη μὲ τὸν Βασιλέα του, ποιός θὰ εἰρήνευε τὸν ἄσωτο υἱὸ μὲ τὸν Πατέρα του;

Τὸ πρόσωπο, ποὺ θ ̓ ἀνελάμβανε τὸ ἔργο αὐτό, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶνε ἀνώτερο ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀνώτερο κι ἀπὸ ἀγγέλους. Μόνο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶχε τὴ δύναμι αὐτή. Γι ̓ αὐτὸ ἐνανθρώπησε. Μὲ τὸ αἷμα, ποὺ ἔχυσε πάνω στὸ σταυρό του ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου ποὺ ἦταν καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, συμφιλίωσε τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ Θεό. Ὁ ἄνθρωπος ἔπαψε πιὰ νὰ εἶνε τὸ ἀντικείμενο τῆς ἀποστροφῆς καὶ ὀργῆς τοῦ Θεοῦ. Ἔγινε φίλος τοῦ Θεοῦ, οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ, τέκνον τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι τὸ τεῖχος τῆς ἁμαρτίας γκρεμίστηκε.

Ἀπὸ τὴν ἄποψι αὐτὴ ἡ εἰρήνη ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ ἀποτελεῖ μυστήριο, τὸ ὁποῖο μόνο διὰ τῆς πίστεως μπορεῖ κανεὶς νὰ αἰσθανθῇ καὶ νὰ ζήσῃ, χωρὶς καὶ πάλι νὰ εἶνε σὲ θέσι νὰ τὸ περιγράψῃ· ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ἡ εἰρήνη» αὐτὴ «ὑπερέχει πάντα νοῦν»(Φιλιπ. 4,7), εἶνε ἀπερίγραπτη.

Ἀλλ ̓ ἐὰν ἡ κορυφὴ τῆς εἰρήνης αὐτῆς χάνεται στὰ μυστηριώδη ὕψη τοῦ οὐρανοῦ, ἡ βάσι, τὸ θεμέλιό της, βρίσκεται μέσα στὴν καρδιὰ κάθε πιστοῦ καὶ ἀποτελεῖ γι ̓ αὐτὸν μιὰ ψηλαφητὴ πραγματικότητα. Καὶ πῶς ὄχι; Ἦταν

ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ γύρω του καὶ ὅλα τὰ ἐντός του μαρτυροῦσαν, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἔχῃ σχέσι ὁ ἀκάθαρτος μὲ τὸν Ἀμόλυντο, ὁ ἐπαναστάτης μὲ τὸν Βασιλέα, ὁ ἀποστάτης μὲ τὸν Κύριό του.

Ἡ συναίσθησι αὐτὴ τὸν τυραννοῦσε. Σὰν δαμόκλειος σπάθη κρεμόταν πάνω ἀπ ̓ τὴ συνείδησί του καὶ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ ἡσυχάσῃ. Ἤθελε νὰ συμφιλιωθῇ μὲ τὸ Θεό, ζητοῦσε τρόπο. Ἀλλὰ πῶς; μὲ ὁδοιπoρίες σὲ ἁγίους τόπους; μὲ νηστεῖες; μὲ θυσίες; μὲ τί τέλος πάντων θὰ ἐξευμένιζε τὴν θεία ὀργή, ὅπως πίστευαν οἱ ἀρχαῖοι; Τὰ δοκίμασε ὅλα· μὰ ὕστερα ἀπὸ τόσες δοκιμὲς ὁ ἄνθρωπος αἰσθανόταν πάλι, ὅτι δὲν ἐπῆλθε τὸ προσδοκώμενο καὶ ἐπιθυμητὸ ἀποτέλεσμα, ἡ εἰρήνη. Ἡ ταραχὴ τῆς συνειδήσεώς του ἐξακολουθοῦσε νά ̓νε ἡ ἴδια ἢ καὶ γινόταν ἀκόμα πιὸ σφοδρή.

Ἀνήσυχη ἡ ψυχὴ ἀτένιζε πρὸς τὰ ὕψη καὶ μὲ βαθὺ πόνο ζητοῦσε τὸν Συμφιλιωτή, ἐκεῖνον ποὺ θὰ τὴν συνέδεε μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ θὰ τὴν ἔφερνε σὲ ἐπικοινωνία, σὲ σχέσεις φιλικές, στενές, τρυφερές, ἅγιες, μὲ τὸν Αἰώνιο Κυρίαρχό του.

Καὶ ὁ Συμφιλιωτὴς βρέθηκε! βρέθηκε μόνο στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶνε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ μὲ τὴν ἐνανθρώπησί του ἕνωσε τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανό. Αὐτὸς ἔστειλε τὸ περιστέρι τῆς εἰρήνης, νὰ πετάξῃ πάνω ἀπ ̓ ὅλη τὴν ὑδρόγειο καὶ νὰ φέρῃ τὸν κλάδο τῆς ἐλαίας, τὸ μήνυμα τῆς συμφιλιώσεως, ὅπως εἶχε γίνει ἄλλοτε μὲ τὴν περιστερὰ τοῦ Νῶε μετὰ τὸν κατακλυσμό(βλ. Γέν. 8,11). Αὐτὸς ἐξαφάνισε τὸ χάσμα, τὸ βαθὺ καὶ ἀγεφύρωτο, καὶ ἔζευξε τὸ κενό. Αὐτὸς μὲ τὸ αἷμά του ὑπέγραψε στὸν Γολγοθᾶ τὴν συμφιλίωσι τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ Θεό. Αὐτός, καὶ μόνο αὐτός, ἔχει τὴ μυστικὴ δύναμι νὰ ἐπαναφέρῃ στὴν ἀγκάλη τοῦ Θεοῦ τοὺς ἀσώτους καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἄρρηκτους δεσμοὺς εἰρήνης ἀνάμεσα στὴν ψυχὴ καὶ τὸν Δημιουργό της· δεσμούς, ποὺ οἱ γνωστοί μας ἀνθρώπινοι δεσμοὶ τῆς φιλίας, τῆς συγγενείας, τῆς συζυγικῆς ἀγάπης εἶνε ἀσθενεῖς σκιές.

Ἔτσι ἐπιτεύχθηκε ἡ συμφιλίωσις.

* * *

«Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη», ἀδελφοί μου!

Ἂς πλησιάσουμε τὸν σαρκωθέντα Θεό. Ἂς πιστέψουμε σ ̓ αὐτόν. Τότε ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ σὰν λεπτὴ πνοή, σὰν δροσερὴ αὔρα τοῦ οὐρανοῦ, θὰ δροσίζῃ, θὰ διαποτίζῃ καὶ θὰ ζωογονῇ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξί μας.

Ἂν ἐμεῖς ἔχουμε βαθειὰ μέσα μας τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, θὰ μένουμε ἀσάλευτοι ὅπως μένουν ἀσάλευτα τὰ νησάκια μέσα στὴ θύελλα τοῦ ὠκεανοῦ καὶ ὅπως μένουν ἀκίνητοι οἱ βράχοι μέσα στὴ θαλασσοταραχὴ τοῦ πελάγους. Ἂς μαίνωνται οἱ ἄνεμοι, ἂς λυσσοῦν ὅσο θέλουν τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ἂς σείεται ἡ γῆ, ἂς βροντᾷ ὁ οὐρανός, ἂς σαλεύωνται τὰ ὄρη, ἂς σκοτίζεται ὁ ἥλιος, ἂς πέφτουν τ ̓ ἀστέρια, ἂς πολεμοῦν τὰ ἔθνη, ἂς γίνεται ὁ κόσμος ἄνω κάτω· ἐμεῖς θὰ ἔχουμε μέσα μας τὴν εἰρήνη, καὶ θὰ εἴμαστε εὐτυχισμένοι.

Τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἐσωτερική, τὴ μυστική, τὴ βαθειά, τὴν θεία, κανένας ἄνθρωπος καὶ κανένα πρᾶγμα δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ. Αὐτός, μέσα σ ̓ ἕνα κόσμο ταραγμένο καὶ ἀνήσυχο, θὰ μπορῇ τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων νὰ ψάλλῃ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Leave a reply

Your email address will not be published.