Τί καυχᾶσαι; – ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

1

«Ἐγενόμην ἐν Πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος» (Ἀπ. 1,10)

Περίοδος Δ ́ – Ἔτος ΛΓ ́ Φλώρινα – ἀριθμ. Φύλλου 1975

Κυρ. ΙΘ ́ [Β ́ Λουκ.] (Β ́ Κορ. 11,31 – 12,9) 30 Ὀκτωβρίου 2016

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Τί καυχᾶσαι;

«Ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου…»

(Β ́ Κορ. 12,9)

Κάποια, ἀγαπητοί μου, κάποια ὑπερηφάνεια εἶνε ῥιζωμένη στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, μικρῶν καὶ μεγάλων, κι αὐτὴ εἶνε ἐκείνη ποὺ σπρώχνει τὸν καθένα ν ̓ ἀνοίγῃ τὸ στόμα καὶ νὰ καυχιέται γιὰ διάφορα προσόντα· ὁ ἕνας γιὰ τὰ πλούτη του, ὁ ἄλλος γιὰ τὸ ἀξίωμά του, ὁ τρίτος γιὰ τὴν οἰκογένειά του, ὁ ἄλλος γιὰ τὴν τέχνη ἢ τὴν ἱκανότητά του, καὶ σήμερα πολλοὶ γιὰ τὴν ἐπιστήμη τους.

Ἡ ὑπερηφάνεια αὐτὴ τυφλώνει, ὥστε νὰ μὴ βλέπῃ κανεὶς μιὰ σκληρὴ πραγματικότητα, ἐκεῖνο ποὺ διέβλεπαν ὅλα τὰ μεγάλα πνεύματα, ὅτι στὴ ζωή μας ὑπάρχει κάτι τραγικό· ὅτι παρ ̓ ὅλα αὐτά, γιὰ τὰ ὁποῖα καυχᾶται, στὸ βάθος ὁ ἄνθρωπος εἶνε μία ἀδυναμία, μία ἀσθένεια.

Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ διεκτραγῳδεῖ σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε. Περιγράφει ἀφ ̓ ἑνὸς μὲν τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλύψεως, καὶ ἀφ ̓ ἑτέρου τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια, ἡ ὁποία εἶνε διπλῆ, ἔχει δύο σκέλη· ἡ μία ἀδυναμία εἶνε ἡ σωματική, καὶ ἡ ἄλλη εἶνε ἡ πνευματικὴ ἀδυναμία.

Στὰ λίγα λεπτὰ ποὺ διαθέτουμε, θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δώσω μία εἰκόνα τῆς ἀθλιότητος καὶ ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος.

* * *

Καὶ πρῶτα εἴπαμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε μιὰ ἀδυναμία σωματική. Τί εἶνε, ἀπὸ ποῦ ξεκινάει;

Μία εἶνε γιὰ ὅλους ἡ πύλη εἰσόδου στὴ ζωή, κάτι ποὺ ἀηδιάζει κανεὶς νὰ τὸ ἀναφέρῃ. Στὴν ἀρχὴ ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἕνα μικρούτσικο πραγματάκι, ὅσο τὸ κεφαλάκι τῆς καρφίτσας, καὶ ἀπὸ ̓κεῖνο γίνεται ἕνα ἔμβρυο, ποὺ κολυμπᾷ μέσα στὰ ὑγρὰ τῆς μήτρας. Μετὰ πέφτει ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας, ἕνα κομμάτι μύξες, καὶ μόνο χάρις στοὺς δικούς της κόπους καὶ τὶς θυσίες γίνεται ἀνεξάρτητος, ἱκανὸς νὰ σταθῇ πάνω στὴ γῆ, ἐνῷ ἕνα παπὶ π.χ., μόλις γεννιέται, πέφτει στὸ νερὸ κ ̓ εἶνε ἕτοιμο νὰ ζήσῃ.

Γυμνός, θὰ μοῦ πῆτε, ἔρχεται στὸν κόσμο ὁ ἄνθρωπος, μὰ ἔχει ὅλες τὶς αἰσθήσεις, δὲν εἶνε ἄοπλος. Εἶνε ὅμως πιὸ ἀδύναμος ἀπὸ τὰ ἄλλα ὄντα. Ναὶ βλέπει, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτὸν βλέπει τὸ γεράκι κι ὁ ἀετός· ἀκούει, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτὸν ἀούει ἕνα σκυλί· τρέχει, ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ αὐτὸν τρέχει ὁ λαγὸς καὶ τὸ ἄλογο.

Αὐτός, θὰ μοῦ πῆτε πάλι, εἶνε ὁ ἄνθρωπος ὁ πρωτόγονος· σήμερα ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἔχει προοδεύσει, δὲν εἶνε ἄοπλος κι ἀδύναμος· δὲν χρησιμοποιεῖ βέλη καὶ πέτρινα ἐργαλεῖα, δὲν μένει σὲ σπηλιές, δὲν φοράει προβειές, δὲν τρώει ὠμὰ κρέατα. Ὁ ἄνθρωπος στὸν αἰῶνα μας εἶνε σπουδαῖος· ἔφτειαξε ἐργαλεῖα, μηχανές, ὄργανα, τηλεσκόπια, ραντάρ, ἀσυρμάτους, τηλεοράσεις, αὐτοκίνητα, ἀεροπλάνα, ὑποβρύχια, πυραύλους, διαστημόπλοια…

Καὶ λοιπόν; γιὰ ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ καυχηθῇ; Ὄχι, ἀδελφοί μου. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιτεύγματα, ποὺ κ ̓ ἐμεῖς τ ̓ ἀναγνωρίζουμε, ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει εἶνε δῶρο τοῦ Δημιουργοῦ. «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ». Διότι ὁ Θεός, ἔπλασε μὲν τὸν ἄνθρωπο ἄοπλο καὶ ἀδύνατο καὶ γυμνό, τὸν προίκισε ὅμως μὲ ἕνα ἐξαίρετο δῶρο ποὺ τὸν κάνει θριαμβευτὴ ἐπὶ τῆς φύσεως καὶ κυρίαρχο σὲ ὅλη τὴ γῆ· καὶ τὸ δῶρο αὐτὸ εἶνε ὁ νοῦς μὲ ὄργανό του τὸν ἐγκέφαλο. Ἔχουμε σκεφτῆ τί δῶρο εἶνε ὁ νοῦς καὶ ἡ διανόησις; ἔχουμε σκεφτῆ τί λεπτεπίλεπτος μηχανισμὸς εἶνε ὁ ἐγκέφαλος;

Πέστε μου, ποιό εἶνε τὸ ἐξυπνότερο ζῷο. Εἶνε ἡ μαϊμοῦ; Ἔ λοιπόν, ἂν πάρουμε μιὰ μαϊμοῦ καὶ τὴ γράψουμε στὸ σχολεῖο, δέκα χρόνια νὰ καθίσῃ στὸ θρανίο καὶ νὰ ἔχῃ τοὺς καλύτερους καθηγητάς, οὔτε μηχανικὸς γίνεται, οὔτε γιατρός, οὔτε δικηγόρος, οὔτε παιδαγωγός, οὔτε ποιητής, οὔτε φιλόσοφος γίνεται· ὄχι τριγωνομετρία καὶ ἄλγεβρα, ἀλλὰ οὔτε τὸ ἀλφάβητο δὲν μπορεῖ νὰ χαράξῃ στὸ μαυροπίνακα. Γιατί; τί τῆς λείπει; Ὅλα τὰ ἔχει· καὶ μάτια, καὶ καρδιά, καὶ γλῶσσα, καὶ μυαλό (ποὺ ζυγίζει ὅσο περίπου καὶ τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου). Ὦ ἀχάριστε ἄνθρωπε, θαυμάζεις τοὺς ἐπιστήμονες, καὶ δὲν θαυμάζεις Ἐκεῖνον ποὺ φύτευσε μέσα σου τὸ δῶρο τοῦ πνεύματος καὶ σὲ ἔκανε ἕνα μικρὸ θεὸ ἐπὶ τῆς γῆς. Δόξασε λοιπὸν τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα τὰ δῶρα του, γιὰ τὴ μεγάλη προῖκα μὲ τὴν ὁποία σὲ προίκισε.

Ἀλλὰ συνεχίζοντας λέω, ὅτι παρ ̓ ὅλα τὰ θαυμάσια ἐπιτεύγματά του, πάλι ὁ ἄνθρωπος παραμένει μία ἀδυναμία. Καὶ ἐὰν ἐδῶ στὴ Γῆ λέῃ μιὰ φορὰ τὸ «Κύριε, ἐλέησον», ἑκατὸ φοθὰ τὸ λέῃ ὅταν φτάσῃ νὰ φτειάξῃ ἀεροδρόμια ἐπάνω στὴ σελήνη. Γιατί; Διότι ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος, κατὰ ἕνα περίεργο τρόπο, ἀντὶ νὰ μειώνῃ αὐξάνει τοὺς κινδύνους. Θέλετε παραδείγματα;

Σπάνιο πρᾶγμα ἦταν νὰ σκοτωθῇ ἄνθρωπος περπατώντας μὲ τὰ πόδια του ἢ καβαλλικεύοντας σὲ γαϊδουράκια. Τώρα; τὰ αὐτοκίνητα ἔγιναν λαιμητόμοι.

Ἄλλοτε μ ̓ ἕνα δᾳδὶ κ ̓ ἕνα λυχνάρι φεγγοβολοῦσε τὸ καλυβάκι. Τώρα; μὲ τὸν ἠλεκτρισμὸ φωτίζουν πολυέλεοι, ἀλλὰ τὸ καλῴδιο εἶνε κίνδυνος – θάνατος· τ ̓ ἄγγιξες; ἔγινες κάρβουνο.

Τὸν παλιὸ καιρὸ ἔβραζαν σ ̓ ἕνα τσουκαλάκι ἀπὸ χῶμα τὰ λίγα χορταράκια καὶ τὰ ὄσπριά τους, καὶ ἦταν ὑγιεῖς. Τώρα; μαγειρεύεις μὲ σύγχρονα σκεύη ἀπὸ ἀλουμίνιο, ἀλλὰ βγαίνουν ἀέρια δηλητηριώδη ἀπ ̓ τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀσθένειες· ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ζοῦσε μὲ τὰ σύγχρονα κομφόρ, καρκίνο δὲν εἶχε.

Πρῶτα οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν φάρμακα. Τώρα; ἔφτειαξαν φάρμακα, ἀλλὰ μὲ παρενέργειες. Εἶχα ἕνα φίλο ποὺ ἦταν γερός· πῆγε σὲ κλινική, τοῦ ἔδωσαν φάρμακα γιὰ ἄλλη πάθησι, αὐτὰ τὸν χτύπησαν στὴν καρδιὰ καὶ ἔγινε καρδιακός. Τὸ φάρμακο σὲ ὠφελεῖ ἀπὸ τὴ μία μεριά, ἀλλὰ σὲ χτυπάει ἀπὸ ἀλλοῦ.

Γιὰ ποιά ἐπιστήμη λοιπὸν καὶ ποιόν πολιτισμό σου καυχᾶσαι; Αὐτὰ δὲν χαρίζουν εὐτυχία, δὲν σὲ ἀσφαλίζουν ἀπὸ τὸ θάνατο. Τί εἶσαι, ἄνθρωπε, ποὺ καυχᾶσαι; Μιὰ σταγόνα αἷμα νὰ πέσῃ στὸν ἐγκέφαλο, καὶ νά ἡ συμφόρησις· μιὰ σταγόνα αἷμα νὰ γίνῃ θρόμβος, καὶ νά ἡ συγκοπὴ καρδίας. Τί εἶσαι λοιπόν; μιὰ ἀδυναμία, παρ ̓ ὅλη τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν πρόοδό σου. Τί νὰ τὰ κάνῃς τότε τὰ αὐτοκίνητα καὶ τὶς ἠλεκτρικὲς συσκευὲς καὶ ὅλο τὸν ψεύτικο πολιτισμό; Θά ̓ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ ξαναχτυπήσουν οἱ σειρῆνες –ὅσοι ἔχουμε ἄσπρα μαλλιὰ τὶς θυμούμαστε– καὶ θὰ πέσουν οἱ μπόμπες οἱ μεγάλες τῆς Ἀποκαλύψεως, καὶ σὲ μία νύχτα θὰ ἀδειάσῃ ἡ Ἀθήνα. Τί μοῦ καυχᾶσαι λοιπὸν γιὰ ἕνα πολιτισμὸ γεμᾶτο κινδύνους;

dsc_4142

* * *

Ἀλλὰ κυρίως, ἄνθρωπε, εἶσαι μία ἀδυναμία ἠθικὴ καὶ πνευματική. Ἂν εἶσαι ἀδύνατος σωματικῶς, πολὺ περισσότερο εἶσαι ἀδύνατος πνευματικῶς.

Ἕνα μόνο παράδειγμα. Τὸν βλέπεις; Χωριατόπαιδο ἦταν· σπούδασε, πῆρε δίπλωμα, πῆγε στὸ ἐξωτερικό, πῆρε κι ἄλλα διπλώματα, ἔμαθε μία γλῶσσα, δεύτερη καὶ τρίτη γλῶσσα· ξαναγύρισε ἐδῶ, παντρεύτηκε, πῆρε μιὰ πλούσια κι ὡραία γυναῖκα, συγγένεψε αὐτὸς ὁ χωριάτης μὲ μεγάλα σπίτια, πλησίασε τοὺς ὑπουργικοὺς θαλάμους, ἔγινε μέγας καὶ σπουδαῖος. Καὶ τώρα τὸν βλέπεις, ἀφήνει τὴν οἰκογένεια, γυναῖκα καὶ συγγενεῖς, καὶ ποῦ νὰ τὸν βρῇς! Γυρίζει σὰν τὸ δαιμονιζόμενο τῶν Γεργεσηνῶν καὶ σὰν τοὺς δαιμονισμένους ποὺ περιγράφει ὁ ̔Ρῶσος Ντοστογιέφσκυ. Δὲν πατάει στὸ σπίτι του. Αὐτὸς ὁ εὐφυὴς μὲ τὰ διπλώματα, αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς ποὺ ἀνῆλθε στὰ ὕπατα ἀξιώματα, εἶνε νὰ τὸν κλαῖς· εἶνε ἕνα ῥάκος ἠθικό. Ἐγκατέλειψε τὴ μιὰ γυναῖκα του, τὴ δεύτερη γυναῖκα του, τὴν τρίτη γυναῖκα του, ζῇ κατὰ τρόπο ἄθλιο – ἀθλιώτατο.

Καὶ δὲν εἶνε ἕνας καὶ δύο σὰν αὐτόν. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ διπλώματα καὶ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴν ἐπιστήμη ὅταν, ὅπως ὁ ἀρκουδιάρης σέρνει μὲ μιὰ κρικέλλα τὴν ἀρκούδα καὶ παίζει τὸ ντέφι κι αὐτὴ χορεύει, ἔτσι αὐτόν, τὸν τάχα ἐπιστήμονα, τὸν ὑπουργό, τὸν πρωθυπουργό, τὸν μεγάλο καὶ τρανό, τὸν ἀρχηγὸ κόμματος –μὴν πάῃ τὸ μυαλό σας σὲ κανένα πρόσωπο, ὁμιλῶ ὑπεράνω κομμάτων– τὸν σέρνει ἀπ ̓ τὴ μύτη μιὰ γυναῖκα. Ἄνθρωπος ποὺ δὲν διοίκησε σωστὰ τὸ σπίτι του, πῶς μπορεῖ νὰ διοικήσῃ τὸ μεγάλο σπίτι ποὺ λέγεται πατρίδα;

Ὄχι! Αὐτὸς ὁ τόπος ποὺ ζοῦμε, αὐτὴ ἡ γῆ ποὺ κατοικοῦμε, μὲ τόσα αἵματα ποὺ ἔχυσαν οἱ παλαιότεροι, μὲ τόσους πόνους ποὺ ζήσαμε κ ̓ ἐμεῖς ποὺ ἀνεβήκαμε στὰ ψηλὰ βουνὰ καὶ θάψαμε τόσα παιδιὰ σὰν στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, θὰ παλέψουμε, θὰ ἀγωνιστοῦμε ὅλοι, ἡ Ἑλλάδα μας νὰ μὴ γίνῃ Χόλλυγουντ, νὰ μὴ γίνῃ τόπος διαφθορᾶς, ἀλλὰ μέσα ἀπ ̓ αὐτὴν νὰ βγοῦν νέες δυνάμεις, μία νεότης ποὺ νὰ κρατήσῃ ψηλὰ τὸ λάβαρο· κι ὅπως ἄλλοτε διδάξαμε πῶς πρέπει νὰ ζοῦμε, ἔτσι τώρα ἡ νέα γενεὰ νὰ διδάξουμε πῶς πρέπει νὰ πεθαίνουμε.

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, δι ̓ ὀλίγων –μὲ κάποια παρέκβασι– εἶνε διδάγματα ποὺ περιέχει ἡ σημερινὴ περικοπή.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Leave a reply

Your email address will not be published.