Πρόλογος στη Β΄ έκδοση

Η μελέτη αυτή γράφθηκε με συγκεκριμένη αφορμή, σχετιζόμενη με τις σημερινές διαχριστιανικές ή οικουμενικές σχέσεις και την φανερά αντίθεσή τους με την αυθεντική εκκλησιαστική παράδοση των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων και Μητέρων μας όλων των αιώνων. Τρεις Γερμανοί φοιτητές, που γνώρισα στην Κολωνία το 1978, έχοντας ήδη κατηχηθεί στην Ορθόδοξη παράδοση, μου ζήτησαν να αναλάβω την ολοκλήρωση της κατηχήσεώς τους και να τους «βαπτίσω» Ορθοδόξους. Αυτό σήμαινε να γίνουν δεκτοί από την Εκκλησία μας με το ένα και αυθεντικό βάπτισμά της τελούμενο εις το όνομα της  Αγίας Τριάδος, με τριπλή κατάδυση και ανάδυση εις το ύδωρ.

            Γνωστού όντος, ότι οι Λατίνοι έχουν χαρακτηρισθεί αιρετικοί στην Η’ Οικουμενική Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κωνσταντινούπολη 879) για την αίρεση του «FILIOQUE» και ότι μετά την Σύνοδο του Τριδέντου (16ος αι. κ.ε.) έχει εξ ολοκλήρου χαθεί το κανονικό βάπτισμα στη Δύση και αντικατασταθεί με ράντισμα ή επίχυση, ζήτησα άδεια από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών για να γίνουν δεκτοί «κατ’ ακρίβειαν» από την Εκκλησία της Ελλάδος. Η άδεια δόθηκε αδίστακτα (διότι ουδέποτε είχε καταργηθεί αυτή η πράξη στην Εκκλησία της Ελλάδος) και το βάπτισμά τους έλαβε χώρα τη νύκτα του Μ. Σαββάτου του έτους 1979, κατά την πράξη της (αρχαίας) Εκκλησίας, στον Ιερό Πανεπιστημιακό ναό του «Αγίου Αντίπα».

            Όταν το πράγμα έγινε γνωστό, δέχθηκα σφοδρές επιθέσεις εκ μέρους Λατίνων (στην Ελλάδα και τη Δ. Γερμανία), αλλά και από λατινίζοντες-φιλενωτικούς και Ουνίτες του ελλαδικού χώρου. Αυτό έδωσε αφορμή να αρχίσει ένας φιλολογικός αγώνας στα μέσα ενημερώσεως (τύπο, ραδιόφωνο, τηλεόραση), κατά την διάρκεια του οποίου απεφάσισα να γράψω μια θεολογική μελέτη για το ζήτημα, με σκοπό, όχι να δικαιωθεί η ενέργειά μου, που είχε άλλωστε την επιδοκιμασία της Εκκλησίας μου και, κυρίως, ήταν σύμφωνη με την Ορθόδοξη παράδοση, αλλά να εκτεθεί η σχετική ορθόδοξη διδασκαλία, μέσα από την ίδια την πράξη της Εκκλησίας μου.

            Έτσι, με χαρά δέχθηκα την πρόσκληση του «Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών» (Θεσσαλονίκη) να συμμετάσχω στο διοργανούμενο τον Αύγουστο του 1981 συνέδριο με θέμα την Β’ Οικουμενική Σύνοδο διότι θα είχα την ευκαιρία, ασχολούμενος με τον σημαντικότατο Ζ’ Κανόνα της (και τον ομόλογό του 95 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου) να παρουσιάσω την ερμηνεία του από μεγάλες μορφές της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που όχι μόνον γνώριζαν όσο λίγοι, αλλά και εβίωσαν την παράδοση της Εκκλησίας μας.

            Πιστεύω, ότι η μελέτη αυτή, που συμπέχθηκε μετά το Συνέδριο της Θεσσαλονίκης με την ιστορική εφαρμογή του Κανόνος, στα όρια της Ρωμαίικης Εθναρχίας, δίδει μιαν απάντηση στο πρόβλημα, που κατοχυρώνεται από την πατερική μας παράδοση και πίστη. Είναι δε, ιδιαίτερα σήμερα, ανάγκη να γνωρίζουμε καλά την παράδοση αυτή, μετά τον συσκοτισμό, που επέφερε η ασυγχώρητη σπουδή εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων στο θέμα του Οικουμενισμού και κυρίως των σχέσεων με την Λατινική Εκκλησία – ταυτιζόμενη με το «Κράτος του Βατικανού» – λόγω της αναμείξεως (και πάλι) καθαρά κοσμικών κριτηρίων στο λεγόμενο «Οικουμενικό Διάλογο». Αυτή η πορεία οδήγησε στην πρόσφατη απόφαση της Ζ’ Συνελεύσεως της Ολομελείας της Διεθνούς Μεικτής Επιτροπής του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου Καθολικών και Ορθοδόξων (17-24 Ιουνίου 1993, Balamand του Λιβάνου). Ούτε λίγο ούτε πολύ, οι εκπρόσωποι των εννέα Ορθοδόξων Εκκλησιών, που εκπροσωπήθηκαν στη συνάντηση αυτή (απουσίαζαν οι Εκκλησίες Ιεροσολύμων, Γεωργίας, Ελλάδος, Σερβίας, Βουλγαρίας και Τσεχοσλοβακίας), προτείνουν στις Εκκλησίες των την αμοιβαία αναγνώριση των μυστηρίων, παραθεωρώντας τις Οικουμενικές Συνόδους, το δόγμα και την ιστορία, και ζητώντας έτσι την De Facto ένωση με τον παπισμό. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο ότι το θεολογικό κείμενο τηςBalamand, στην παράγραφο 13 προσθέτει το εξής: «Είναι σαφές, ότι εντός του πλαισίου τούτου αποκλείεται πας αναβαπτισμός»… Βέβαια η θεολογικά ορθή απάντηση σ’ αυτά είναι ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία, βάσει της αυτοσυνειδησίας της, δεν αναβαπτίζει τους προσερχομένους σ’ αυτήν ετεροδόξους, αλλά κανονικώς βαπτίζει, τους μη έχοντας δεχθεί το ένα και κανονικό βάπτισμα της Εκκλησίας. Αυτή είναι, άλλωστε, και η απάντηση των συγγραφέων, την μαρτυρία των οποίων επικαλούμεθα στην παρούσα μελέτη. Παρ’ όλα αυτά, η άνευ ετέρου τυχόν, αναγνώριση εκ μέρους μας των μυστηρίων των Λατίνων (και κυρίως της Ιερωσύνης) οδηγεί στην απόρριψη όλης της εκκλησιολογίας μας, των Οικουμενικών Συνόδων και συλλήβδην της πατερικής θεολογίας, βάσει της οποίας δεν υπάρχουν μυστήρια στους Λατίνους, οι οποίοι μάλιστα μιλούν ακόμη για «gratia creata». Γι’ αυτό ευχόμεθα και από την θέση αυτή, οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, με την ενίσχυση μάλιστα των έξι Εκκλησιών, που δεν έλαβαν μέρος στην παραπάνω Συνέλευση και δεν υπέγραψαν τις αποφάσεις της, να μην προχωρήσουν στην αποδοχή, της προτάσεως των εκπροσώπων των στο Balamand, διότι εν εναντία περιπτώσει προβλέπονται δυσμενέστατες εξελίξεις, που θα θίξουν καίρια την ορθόδοξη ενότητα.

            Η εργασία αυτή δημοσιεύθηκε αρχικά στην (απλή) καθαρεύουσα. Η μεταφορά στην απλοελληνική έγινε (με δική του πρωτοβουλία) από τον διευθυντή των εκδόσεων «ΤΗΝΟΣ» κ. Αθανάσιο Σ. Λαγουρό, που ανέλαβε και την έκδοσή της. Του είμαι, συνεπώς, διπλά ευγνώμων και εύχομαι τόσο σ’ αυτόν, όσο και στις εκδόσεις, που επιτυχώς διευθύνει, πλούσια ευλογία, για να συνεχίζουν την θεοφιλή προσφορά τους.

π. Γ. Δ. Μ.

Πάσχα 1996.

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ

 

Ε = Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, Επιτομή των Ιερών Κανόνων (ανέκδοτος).

Π = Πηδάλιον… υπό Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Αθήναι 1976.

Μ = Αθανασίου Παρίου, Ότι οι από Λατίνων επιστρέφοντες, αναντιρρήτως, απαραιτήτως και αναγκαίως πρέπει να βαπτίζωνται και Επιτομή… των θείων, της πίστεως δογμάτων… Εν Λειψεία της Σαξωνίας 1806 (αποσπάσματα, παρά Θεοδωρήτου Μοναχού, Αγιορείτου, Μοναχισμός και Αίρεσις, Αθήναι 1977, σ. 263 ε.ε.).

Ο = Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, εκδιδόντος Σοφ. Κ. του εξ Οικονόμων, τόμος Α’, Αθήνησι αωξβ’, σελ. 398-515.

Leave a reply

Your email address will not be published.