ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η συζήτηση περί το κύρος του βαπτίσματος των προσερχομένων στην Ορθοδοξία ετεροδόξων, πρόβλημα αρχαιότατο της Εκκλησίας[1], οξύνθηκε περί τα μέσα του ΙΗ’ αιώνος στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επί πατριαρχίας Κυρίλλου Ε’[2] (1750-κ.ε.). Η ανακίνηση του προβλήματος από τον Πατριάρχη αυτόν, ο οποίος επέβαλε τον (ανα) βαπτισμό στους Δυτικούς, προκάλεσε έντονες διαμάχες, που αποτυπώνονται σε μια πλουσιότατη φιλολογική παραγωγή[3], ώστε η υπόθεση αυτή, όπως και η ‘’έρις των κολλύβων’’ που ξέσπασε την ίδια εποχή, να σφραγίσουν θεολογικά τον σχετικά πτωχό σε θεολογικό ενδιαφέρον ΙΗ’ αιώνα.

            Επειδή το ζήτημα του τρόπου της παραδοχής των (αρχαίων) αιρετικών λύθηκε συνοδικά από την αρχαία Εκκλησία, πλην άλλων και δια του Ζ’ κανόνος της Β’ Οικουμενικής Συνόδου[4], ήταν εύλογο, στις προτεινόμενες προς ρύθμιση του θέματος λύσεις, να επιχειρείται ερμηνεία του κανόνος αυτού, εφαρμοζομένου τώρα στην περίπτωση των νεωτέρων αιρετικών, δηλαδή των Δυτικών εν γένει και ειδικότερα των Λατίνων.

            Μέσα σ’ αυτή την προοπτικήν είδαν τον εν λόγω βασικότατο για το πρόβλημα κανόνα, κατ’ αναπόδραστη ανάγκη, ως τέκνα της εποχής των, και οι Κολλυβάδες του Αγίου Όρους[5], ικανότατοι θεολόγοι, οι οποίοι έχοντας ζήσει, ως σύγχρονοι, από κοντά την έριδα[6] για το βάπτισμα των ετεροδόξων, έλαβαν απέναντί της θέση στα συγγράμματά των και έδωσαν απάντηση στο πρόβλημα σύμφωνα με τις θεολογικές των αρχές. Ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης[7], ο και αρχηγός του κινήματος των Κολλυβάδων, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης[8] και ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος[9], με απόλυτη ομοφωνία μεταξύ τους, τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ της αποφάσεως του Πατριάρχου Κυρίλλου και της θεολογίας Ευστρατίου του Αργέντη (1687-1757)[10], ο οποίος καθόρισε τα θεολογικά και κανονικά πλαίσια του προβλήματος κατά τρόπο προγραμματικό και αποφασιστικό. Τη θεώρηση και λύση του προβλήματος από τον Ε. Αργέντη καταφάσκουν[11] και επαναδιατυπώνουν κατά τον ίδιο τρόπο καθένας απ’ τους ανωτέρω Κολλυβάδες[12], συνεχίζοντας την κανονικά διατυπωμένη από τους αγίους Κυπριανό Καρχηδόνος και Μ. Βασίλειο αρχαία εκκλησιαστική πράξη. Το γεγονός δε, ότι ένας από τους δραστηριοτέρους συνεργάτες του Πατριάρχου Κυρίλλου Ε’ στην Κωνσταντινούπολη και «αναβαπτιστής», ο Ιερομόναχος Ιωνάς[13], ήταν Καυσοκαλυβίτης, που σημαίνει συμμοναστής του Νεοφύτου, δεν πρέπει, νομίζω, να μείνει απαρατήρητο. Ίσως το αγιορείτικο περιβάλλον, και εν προκειμένω ο Νεόφυτος, να έχουν στο πρόβλημα αυτό σημαντικότερη ανάμιξη απ’ όση είναι μέχρι σήμερα γνωστή. Αλλά τούτο δεν αποτελεί την στιγμή αυτή παρά απλή εικασία, που αξίζει να τύχει περαιτέρω διερευνήσεως.

            Περί τα μέσα του ΙΘ’ αι. κλήθηκε, για σπουδαία αφορμή (υπόθεση Πάλμερ), να αντιμετωπίσει θεολογικά το ίδιο πρόβλημα ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων[14], ο οποίος, κατά την προσφιλή του συνήθεια, σε τρεις μακρές επιστολιμαίες διατριβές του[15] επιχείρησε διεξοδική ανάλυση του προβλήματος, συντασσόμενος με την γραμμή του Κυρίλλου του Ε’, του Αργέντη, και κατά συνέπεια και των Κολλυβάδων[16], ερμηνεύοντας με τις δικές του προϋποθέσεις, αλλά ομόψυχα μ’ αυτούς, τον ζ’ της Β’, προκειμένου να τον εφαρμόσει στους επιστρέφοντες Δυτικούς. Όπως δηλαδή στην περίπτωση των Κολλυβάδων, έτσι και στον Οικονόμο, η ερμηνεία του κανόνος δεν ενεργείται απροϋπόθετα, αλλά συμπλέκεται άρρηκτα με την εφαρμογή του στους νεωτέρους αιρετικούς. Έτσι καταβάλλεται προσπάθεια από τους θεολόγους αυτούς διατηρήσεως της συνεχείας της εκκλησιαστικής παραδόσεως και εκφράσεως της ορθοδόξου συνειδήσεως στην εποχή των. Κινούμενοι στο ίδιο πνευματικό κλίμα και διαθέτοντας υψηλό θεολογικό και κυρίως κανονολογικό οπλισμό, παρέχουν σημαντική συμβολή στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί την Ορθοδοξία ακόμη και σήμερα. Η συμβολή τους δε,  δεν έγκειται τόσο στην ερμηνευτική πρωτοτυπία – ουσιαστικά επαναλαμβάνουν την θεολογία του Αργέντη -, αλλά στην προσωπική αναχώνευση και επανέκφραση της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Η απάντησή τους, παρ’ ότι σε μια μορφή, που επεβλήθη από την ανάγκη διεξοδικής αντιμετωπίσεως της επιχειρηματολογίας των άλλων φρονούντων[17], είναι αδύνατον να μη ληφθεί σοβαρά υπόψη σε οποιονδήποτε συνοδικό διακανονισμό του ζητήματος, όπως επιβάλλει το κύρος, το οποίο – πέρα από κάθε αντίρρηση[18] – έχουν στην Εκκλησία μας τόσο οι Κολλυβάδες, όσο και ο Κ. Οικονόμος. Ο τρόπος διαπραγματεύσεως του προβλήματος από αυτούς τους συγγραφείς, παρά τη σχολαστικότητά του, είναι φυσικό σε κάποιο ποσοστό να απωθεί την μέρα με τη μέρα αποσχολαστικοποιουμένη σύγχρονη ελληνική θεολογική σκέψη. Αν όμως τοποθετηθεί στο πλαίσιο της εποχής των, κατανοείται ευκολότερα, αλλά και συγχρόνως μας βοηθεί στην αντιμετώπιση αναλόγων προβλημάτων της εποχής μας. Είναι περιττό να λεχθεί ότι η παρούσα μελέτη έχει χαρακτήρα κατά κύριο λόγο ιστορικοφιλολογικό και κανονολογικό, παράλληλα όμως και δεοντολογικό.

 

[1] Την ιστορία του προβλήματος βλ. στου: Ι. Ν. Καρμίρη, ‘’Πως δει δέχεσθαι τους προσιόντας τη Ορθοδοξία ετεροδόξους…’’, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας, τόμ. ΙΙ, εν Αθήναις 1953, σ. 972-1050 (972-1025). Tim. Ware, Eustratios Argenti, A study on the greek church under the Turkish rule, Oxford 1964, σελ. 65 ε.ε. – Evêque Pière l’ Hulier, ‘’Les divers modes de reception des Catholiques-Romains dans l’ Orthodoxie’’, στο: Le Messager Orthodoxe, 1 (1962), σ. 15-23. – Ιερ. Ι. Κοτσώνη, άρθρον: Αιρετικών βάπτισμα, Θ.Η.Ε. 1 (1962), στ. 1092-1095.- Αν. Χριστοφιλοπούλου, ‘’Η εις την Ορθοδοξίαν προσέλευσις των αλλοθρήσκων και ετεροδόξων’’, ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΖ’ [1956], ΣΕΛ. 53-60, 196-205. Στα έργα αυτά βρίσκεται και η περαιτέρω βιβλιογραφία. Βλ. επίσης – Gerhard Podskalsky, Griechishe Theologie in der Zeir der Türkenherrschaft 1453-1821, σ. 35 (βιβλιογραφία στον αρ. 96) · σχετ. – Βασίλειος Ν. Γιαννόπουλος, Η αποδοχή των αιρετικών κατά την Ζ’ Οικουμενικήν Σύνοδον, Αθήναι 1988 (ανάτ. εκ περ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΝΘ’ [1988], ΣΕΛ. 530-579. – Dorothea Wendeburg, ‘’Taufe und Oikonomia. Zur Frage der Wiedertaufe in der Orthodoxen Kirche’’, Kirchengemeinschaft – Anspruch und Wirklichkeit. Festschrift für G. Kretschmar (Στουτγάρδη, 1986), σελ. 93-116.- Lothar  Heiser, ‘’Die Taufe in der Orthodoxen Kirche’’ (Geschichte, Spendung und Symbolik nach der Lehre der Väter, Trier, 1987).

[2] Επατριάρχευσε από 1748-1751 και το β’, από 1752-1757. Βλ. γι’ αυτό: Ε. Σκουβαρά, ‘’Στηλιτευτικά κείμενα του ΙΗ’ αιώνος (Κατά Αναβαπτιστών)’’, Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher, τ. 20 (1970), σελ. 50-227 (και σ’ ανάτυπο), βλ. σελ. 58-60, όπου και βιβλιογραφία. Σπουδαίο είναι το άρθρο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, στη Θ.Η.Ε. 7 (1965) στ. 1193-1197. Πρβλ. του ιδίου, ‘’Ο Πατριάρχης Κ/λεως Κύριλλος’’, ΕΕΒΣ, τ. ΚΘ’ (1959),σελ. 367-389.

[3] Συγκεντρώθηκε στο παραπάνω έργο του Ευαγγ. Σκουβαρά. Για το συνοδικό και θεολογικό υλικό β΄. J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, τόμ. 38, Graz 1961 (=Paris 1907),στ. 367-389.

[4] Ο 95ος της Πενθέκτης δεν είναι παρά επανάληψή του. Το κείμενό του έχει ως εξής: Κατ’ αρχήν επαναλαμβάνεται ο ζ’ κανών της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, εν συνεχεία δε προστίθεται: «Και τους Μανιχαίους δε, και τους Ουαλεντινιανούς, και Μαρκιωνιστάς, και τους εκ των ομοίων αιρέσεων προσερχομένους, ως Έλληνας δεχόμενοι, αναβαπτίζομεν· Νεστοριανούς δε, Ευτυχιανιστάς, και Σεβηριανούς, και τους εκ των ομοίων αιρέσεων χρη ποιείν λιβέλλους, και αναθεματίζειν την αίρεσιν αυτών, και Νεστόριον, και Ευτυχέα, και Διόσκορον, και Σεβήρον· και τους λοιπούς εξάρχους των τοιούτων αιρέσεων και τους φρονούντας τα αυτών, και πάσας τας προαναφερομένας αιρέσεις, και ούτω μεταλαμβάνειν της αγίας κοινωνίας».

[5] Βλ. Χρ. Σ. Τζώγα, Η περί μνημοσύνων έρις εν Αγίω Όρει κατά τον ιη’ αιώνα, Θεσσαλονίκη 1969 (με πλούσια βιβλιογραφία). – Κων. Κ. Παπουλίδη, Το κίνημα των Κολλυβάδων, Εν Αθήναις 1971.- Του ιδίου, ‘’Nicodème l’ Hagiorite (1749-1809)’’,  Θεολογία ΛΖ’ (1966), σ. 293-313, 390-415, 576-590 και ΛΗ’ (1967), σ. 95-118, 301-311.- Του ιδίου, ‘’Περίπτωσις πνευματικής επιδράσεως του Αγίου Όρους εις τον βαλκανικόν χώρον κατά τον ΙΗ’ αιώνα’’, στα Μακδεονικά9 (1969), σ. 278-924.- Χαρ. Γ. Σωτηροπούλου, ‘’Κολλυβάδες – Αντικολλυβάδες’’, Αθήναι 1981 (= ανατ. εκ του τιμητικού τόμου εις τον Καθηγ. Γεράσιμον Κονιδάρην «Αντίδωρον πνευματικόν»).

[6] Χαρακτηριστικά σημειώνει ο άγιος Νικόδημος, μετά από διεξοδική αναφορά στο κύρος του βαπτίσματος των αιρετικών, ερμηνεύοντας τον μς’ αποστολικό κανόνα: «Όλη τούτη η θεωρία, οπού έως τώρα εκάμαμεν εδώ, δεν είναι περιττή, μάλιστα είναι και αναγκαιοτάτη, απλώς μεν δια κάθε καιρόν μάλιστα δε την σήμερον δια την μεγάλην λογοτριβήν και πολλήν αμφισβήτησιν, οπού γίνεται δια το των Λατίνων βάπτισμα, όχι μοναχά αναμεταξύ ημών και των Λατίνων, αλλά και μεταξύ ημών και των Λατινοφρόνων». Π. σ. 55.

[7] Έζησε ± 1713-1784. Βλ. Χ. Τζώγα μν. έργ., σ. 16-28, Κ. Παπουλίδη, Το κίνημα…, ένθ. ανωτ., σ. 30-32.- Μοναχού Θεοδωρήτου (= Ιωάννου Μαύρου), Νεοφύτου Ιεροδιακόνου Καυσοκαλυβίτου, Περί της συνεχούς [συχνής] μεταλήψεως, Εισαγωγή-Κείμενον ανέκδοτον-Σχόλια, Αθήναι (ά. χρ. [1993²]).

[8] Έζησε 1749-1809. Βλ. Χ. Τζώγα, μν. έργ., σ. 46-51. Κ. Παπουλίδη, Το κίνημα…, σ.35-37 και τα υπόλοιπα έργα της σημ. 4. Σπουδαία είναι η μονογραφία του π. Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αθήναι 1959. Βλ. επίσης George S. Bebis, ’’St. Nikodemos the Hagiorite’’, in Post-byzantine Ecclesiastical Personalities, σελ. 1-17· Podskalsky, σελ. 377-382 (με εκτενή βιβλιογραφία) · C. Carnavos, St. Nikodemos the Hagiorite: An Account in his Life, Character and Message, together with a Comprehensive List of his Writings and Selections of Them. (Belmont, MA: 1974· 2η έκδ. 1979).

[9] Έζησε 1722-1813. Βλ. Χ. Τζώγα μν. έργ., σ. 29-43, – Παπουλίδη, Το κίνημα…, σ. 37-39. Podskalsky, σελ. 358-365 (με βιβλιογραφία).

[10] Timothy Ware, Oxford 1964. Περί του προβλήματος, βλ. σ. 37-39.

[11] Οι θεολόγοι έχουν υπ’ όψιν το έργο του Αργέντη, Εγχειρίδιον περί βαπτίσματος…, α’ έκδ. εν Κων/πόλει 1756 και β’ εν Λειψία 1757, στο οποίο και παραπέμπουν. Νικόδημος· Π. σ.35/36, 55· Αθ. Πάριος· Μ, σ. 266 και Ο, σ. 511. Ο δε Νεόφυτος επικαλείται την απόφαση Κυρίλλου του Ε’. Ε’, 147 κε’.

[12] Ελάβαμε υπ’ όψιν τα ακόλουθα έργα τους, στα οποία βρίσκεται εκτεθειμένη η σχετική διδασκαλία των:

            α. Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, Επιτομή των Ιερών Κανόνων, «περίφημον» χαρακτηριζόμενο από τον Χ. Τζώγα (σ. 26) και αποτελούμενο από 1227 ανισομεγέθη φύλλα. Βρίσκεται ακόμη ανέκδοτο στο υπ’  αριθμ. 222 (=295) Χφον της Ακαδημίας Βουκουρεστίου, fol. 2a – 1227.  Bl. C. Litzica, Catalogul Manuscriptelor Grecesti, Bucuresti 1909, σ. 150. Πρβλ. Μοναχού Θεοδωρήτου, Ο Νομοκάνων Νεοφύτου του Καυσοκαλυβίτου, στη: Κοινωνία ΙΗ’ (1975) σ. 197-206. Ο Μοναχός Θεοδώρητος έχει έτοιμη την κριτική έκδοση του έργου, πολύ φιλόφρονα δε μας παρεχώρησε τμήμα του, που περιλαμβάνει τα κεφάλαια: α. «Περί των προσερχομένων τη Ορθοδοξία», σελ. 126-147 ιζ’ και β. «Περί του Εβδόμου Κανόνος της Δευτέρας Οικουμενικής και του 95 της Έκτης» (φ. 147κ-147κε’), γι’ αυτό και του εκφράζουμε ευχαριστίες και ευγνωμοσύνη. Ο π. Θεοδώρητος δέχεται ότι το έργο τούτο γράφτηκε κατά την διαμονή του συγγραφέα στο Άγιον Όρος, δηλαδή μέχρι το 1759 (όπως βλ. Περί της συνεχούς…., ένθ. Ανωτ., σ. 33) και το συμπλήρωσε με νεώτερες προσθήκες μέχρι τον θάνατό του (1784). – Τμήμα του παραπάνω α’ κεφαλαίου δημοσίευσε ο π. Θεοδώρητος στο βιβλίο του: Μοναχισμός και αίρεσις,Αθήναι 1977, σ. 254-257 (τις σσ. 126-27 και 147-148 του έργου). Από το έργο του Νεοφύτου γίνεται φανερό ότι γνώριζε καλά την επιχειρηματολογία των αντιπάλων Κυρίλλου του Ε’. Ακολουθούμε  την αρίθμηση του Χφου από τον Μοναχό (Ιερομόναχο σήμερα) Θεοδώρητο.

            β. Νικοδήμου Μοναχού (Αγιορείτου), Πηδάλιον. Α’ Έκδοση, Λειψία 1800. εδώ έχουμε υπ’ όψιν την 8η έκδοση του έτους 1976, που έγινε στην Αθήνα. Κατά το βαθύ μελετητή των έργων του Αγίου, π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, το Πηδάλιον «ανήκει εξ ολοκλήρου εις τον Άγιον» (μν. έργ., σ. 214/5). Σε πολλά σημεία του Πηδαλίου ο άγιος Νικόδημος αναφέρεται στον ζ’ της Β’, ιδιαίτερα στην ad hoc ερμηνεία του, όπως και του 95ος της Πενθέκτης.

            γ. Αθανασίου Παρίου, Επιτομή των θείων της πίστεως δογμάτων, Εν Λειψία της Σαξωνίας 1806. Τμήμα μικρόν του έργου στου π. Θεοδωρήτου Μοναχού Αγιορείτου, Μοναχισμός και αίρεσις, όπ. Παρ., σ. 265-268. Ο Αθανάσιος Πάριος συνέγραψε και ειδική σύντομη μελέτη υπό τον τίτλο: «Ότι οι από Λατίνων επιστρέφοντες αναντιρρήτως, απαραιτήτως και αναγκαίως πρέπει να βαπτίζωνται», που σώζεται στον υπ’ αριθμ. 88 κώδ. Ιεράς Μονής Ξενοφώντος, σ. 394-7 και που δημοσιεύθηκε από τον Μοναχό Θεοδώρητο, μν. έργ., σ. 263-265.

[13] Βλ. Ε. Σκουβαρά, Στηλιτευτικά κείμενα, ένθ. ανωτ., σ. 68-71.

[14] Ο Οικονόμος εκλήθη από τον διαμένοντα στην Ρωσία Αλ. Στούρζα να λάβει θέση στο πρόβλημα, το οποίο προκάλεσε η περίπτωση του διαβοήτου Σκώτου διακόνου William Palmer, που τόσο καταλαιπώρησε την Ρωσική Εκκλησία, όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από την αφορμή αυτή συνέγραψε ο Οικονόμος τις εν συνεχεία αναγραφόμενες μελέτες. Βλ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα… , Α’ σ. 498. 494. Περί Palmer βλ. T. Ware, μν. Έργ., 103-104 (βιβλιογρ.) και Γεωργίου Φλωρόφσκυ (μετάφρ. Παν. Κ. Πάλλη), Θέματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Θεσ/νίκη 1979, σ. 263-276 (βιβλιογρ.). Πρβλ. σελ. 354 ε (= σημ. 23-26).

[15] Αυτές είναι: α. Μερικές σημειώσεις στην ανώνυμη διατριβή «περί του τύπου του μυστηρίου του Αγίου Βαπτίσματος» (1.3.1850). β. Απόσπασμα από κάποια Επιστολή προς τον Αλ. Στούρζα, για την ίδια υπόθεση (2.3.1847) και γ. Επιστολή προς κάποιον Επίσκοπο (30.12.1852). Εκδεδομένα στο Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα Σωζόμενα Εκκλησιαστικά Συγγράμματα (εκδιδόντος Σοφοκλ. Κ. Οικονόμου), τόμος Α’, Αθήνησι, σωξβ’, σελ. 398-485, 486-492 και 493-515 αντίστοιχα. Περί του θέματος του βαπτίσματος των αιρετικών διαλαμβάνει ο Κ. Οικονόμος και στη μελέτη του: Περί των τριών Ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών, Επιστολιμαία διατριβή, εν η και περί της γνησιότητος των Αποστολικών Κανόνων, υπό του Πρεσβυτέρου και Οικονόμου Κωνσταντίνου του εξ Οικονόμων, εν Ναυπλία ΑΩΛΕ’, σελ. 131-139 και 144-152 (περί των αποστολ. Κανόνων μς’, μζ’ και ν’). τα εδώ λεγόμενα όμως εμπεριέχονται και στις ανωτέρω αναγραφείσες μελέτες του.

[16] Ο Κων. Οικονόμος γνώριζε την ύπαρξη της Επιτομής του Νεοφύτου, επαινεί δε το έργο στον Δ’ τόμο της εργασίας του Περί των Ο’ Ερμηνευτών της Π. Θείας Γραφής, σ. 821. Πρβλ. Χ. Τζώγα, μν. έργ., σ. 71. Στο ίδιο έργο επαινεί τον Αθαν. Πάριο και τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (σ. 822). Στα παραπάνω κείμενά του χρησιμοποιεί το Πηδάλιον (έκδ. 1841² και παραπέμπει στο ίδιο επωνύμως (π.χ. σ. 400, 417, 511 : «ο ασκητικώτατος Νικόδημος ο Αγιορείτης (εν τω Πηδαλίω, σελ. 31)». Δεν διστάζει  όμως να ασκήσει και κριτική σ’ αυτό. Π.χ. στην σελ. 460 (σημ.) σημειώνει: «Ίδε και τα εν Πηδαλίω αμφικλινή και αμφίρροπα, σελ. 16» (= της β’ έκδ. 1841).

[17] Όσον αφορά στους Κολλυβάδες διαπιστώσαμε ότι έχουν υπ’ όψιν επιχειρηματολογία, η οποία αναπτύσσεται στα μητροπολιτικά κ.ά. κείμενα που γράφτηκαν κατά της αποφάσεως του Οικουμ. Πατριάρχου Κυρίλλου Ε’. Βλ. Mansi, τ. 38, ένθ. ανωτ.

[18] Οι κρίσεις για τους Κολλυβάδες είναι μερικές φορές αντιφατικές. Αυτό διαπιστώνει κανείς μελετώντας αφ’ ενός την ως άνω εργασία του Χ. Τζώγα και αφ’ ετέρου τις μελέτες του Μοναχού Θ. Διονυσιάτου και του Κ. Παπουλίδη. Αλλά και ο καθ. Παν. Χρήστου παρουσιάζει τον άγιο Νικόδημο «ενίοτε παραπαίοντα μεταξύ άκρου συντηρητισμού και άκρου νεωτερισμού», τονίζοντας μετ’ εμφάσεως:«Η αγιοποίησις (των Κολλυβάδων) δεν επέβαλε και αναγνώρισιν των γνωμών των εις τα αντιλεγόμενα ζητήματα». Βλ. Π. Κ. Χρήστου, Το Άγιον Όρος εν τω παρελθόντι και τω παρόντι, στο Αθωνική Πολιτεία,Θεσσαλονίκη 1963, σ. 64, 65. Νομίζουμε ότι υπεράνω των επιστημονικών απόψεων υπάρχει η συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος, η οποία έχει καταξιώσει τους Κολλυβάδες, ενώ αντίθετα καταδίκασε, τουλάχιστον σε λήθη, τους αντιπάλους του!

Leave a reply

Your email address will not be published.