Γ΄ Κριτική θεώρηση / 3. Η στάση της Ρωσίας

Ο Κ. Οικονόμος όμως βρέθηκε αναγκασμένος να εξηγήσει και τη διαφορά που υπήρχε στη στάση μεταξύ της Εκκλησίας της Ρωσίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου έναντι του βαπτίσματος των δυτικών, κατά την εποχή του. Η απάντηση είναι ότι η Ρωσική Εκκλησία, παρά την από του 1667 απόφασή της, δεν παραθεωρεί την ακρίβεια των ιερών κανόνων. Παρ’ ότι εφαρμόζουν την οικονομία οι εν Ρωσία, «ου κηρύττουσι πόλεμον αδιάλλακτον προς το τέλειον της Εκκλησίας βάπτισμα, αποβάλλοντες τους τούτο ζητούντας»[313]Άλλωστε οι Ρώσοι κατηχητές των επιστρεφόντων δυτικών «πρώτην αυτήν κυρίως την ακρίβειαν του αποστολικού βαπτίσματος κατηχούσι τους προσιόντας, είτα δε την κατά συγκατάβασιν υποδοχήν»[314]. Έτσι αυτή η διαφορά μεταξύ των Εκκλησιών δεν καταργεί την ενότητα της Ορθοδοξίας, καθ’ όσον τα λοιπά Πατριαρχεία προσδέχονται «τους εν Ρωσία κατά συγκατάβασιν τελειωθέντας ως γνήσια τέκνα»[315].

            Γράφοντας, βεβαίως, ιδιωτικές επιστολές ο Οικονόμος και μάλιστα σε πρόσωπα που διέμεναν  στη Ρωσία και έχοντας δεσμούς με την εν Ρωσία Εκκλησία όχι μόνον ηθικούς αλλά και βιωτικούς[316], δεν μπορούσε απερίφραστα να καταδικάσει την εκεί κρατούσα πράξη, μολονότι δεν παύει να συντάσσεται με την απόφαση του Πατριάρχου Κυρίλλου Ε’ (1755). Δεν παραλείπει όμως να ασκήσει πλαγίως έλεγχο, γράφοντας επί λέξει: «Τιμώ και σέβομαι, ως νύμφην Χριστού άμωμον και από του νυμφίου αυτής αχώριστον και προς τούτοις ως ιδίαν μου ευεργέτιν την Ρωσσικήν Εκκλησίαν, δι’ ης πολλά και μεγάλα και εθαυμάστωσε και θαυμαστώσει ο Κύριος, ως απλανώς και βεβαίως στοιχούσης τω κανόνι της ευσεβείας. Όθεν ουδ’ αμφιβάλλω ότι εν πνεύματι διακρίσεως εξελέξατο και τον παλαιόν κανόνα, καθ’ όσον αποδέχεται το βάπτισμα των άλλων Εκκλησιών, μυρίζουσα μόνον τους προσιόντας, αποκηρύττοντας μεν δια λιβέλλου τας δόξας τας πατρίους, ομολογούντας δε τας της ορθοδόξου πίστεως»[317].  Μιλώντας δε εν συνεχεία «περί του φρονήματος των έξω της Ρωσίας ορθοδόξων Εκκλησιών» και υποστηρίζοντας την ανάγκη εφαρμογής της ακριβείας στους λατίνους, ερωτά: «Τι ποιήσομεν περί του ραντίσματος;… πως ημείς δεξόμεθα τους μηδόλως βαπτισθέντας;»[318]. αποτεινόμενος δε προς τον παραλήπτη Αλ. Στούρζα, σ’ άλλο σημείο, αναφανδόν συνιστά στους εν Ρωσία «κατά μέρος υπηρέτας της Εκκλησίας και λειτουργούς» να πράττουν το αντίθετο, δηλαδή να εφαρμόζουν την ακρίβεια![319]

 

[313] Ο, σ. 513· πρβλ. σ. 486 ε.

[314] Στο ίδιο.

[315] Ο, σ. 514.

[316] Έπαιρνε ισόβια σύνταξη από την Ρωσία.

[317] Ο, σ. 486/7.

[318] Ο, σ. 489.

[319] Ο, σ. 480 ε. Ο Οικονόμος υποστηρίζει ότι αν υπό «Οικουμενικής Συνόδου» κριθεί αναγκαία η οικονομία, «πάντως ποιήσει το κριθέν η του Χριστού Εκκλησία». Και συνεχίζει: «Οι δε κατά μέρος υπηρέται της Εκκλησίας και λειτουργοί… λαλούντες α έπρεπον τη υγιαινούση διδασκαλία… ουδέ καταβραβεύσουσι (= θα αδικήσουν) τα ιερώτατα πάτρια λόγω της των διεστώτων καταλλαγής, συγκλώθοντες έριον λίνω, και παραδεχόμενοι τα μάτην προβαλλόμενα παρά των ετεροδόξων προς απολογίαν και δικαίωσιν των παρ’ αυτοίς  τετολμημένων αθέσμων καινοτομιών… Και προς αυτούς δε τους εξ αιρέσεων βουλομένους τη ορθοδοξία προσελθείν, όταν αμωσγέπως ζητώσι την περί το βάπτισμα συγκατάβασιν και οικονομίαν, ο του Θεού δόκιμος και ανεπαίσχυντος εργάτης ακραιφνώς ορθοτομήσει τον λόγον της αληθείας, όταν αυτούς κατηχή, εν πραΰτητι παιδεύων αυτούς και υπομιμνήσκων, ως ου τύφος εστίν ο τα θεία νομοθετών και λύων τη απογνώσει την επανόρθωσιν».

Leave a reply

Your email address will not be published.