Γ΄ Κριτική θεώρηση / 2. Η ενέργεια του Πατριάρχου Κυρίλλου Ε’

      Περισσότερο όμως χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η περίπτωση του Κυρίλλου Ε’ (1750 κ.ε.). και μόνον το γεγονός, όπως ελέχθη ότι ο Πατριάρχης αυτός τόλμησε να αθετήσει τη συνοδική απόφαση του 1484, δείχνει πόσο λίγο είχε γίνει δεκτή αυτή από την ορθόδοξη συνείδηση. Συνήθως προβάλλεται το επιχείρημα ότι η στάση των Ορθοδόξων απέναντι στους Λατίνους σκληρυνόταν στην περίοδο οξύνσεως των παθών, εξ αιτίας του από την Δύση πολιτικού κινδύνου. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι ο Κύριλλος προέβη στην απόφασή του σε περίοδο όχι ιδιαίτερης έντασης, και μάλιστα εξ αφορμής ομαδικής προσχωρήσεως Λατίνων του Γαλατά στην  Ορθοδοξία[290]. Θεωρούμε σκόπιμο να επιμείνουμε λίγο στην περίπτωση αυτή.

            Ο Runciman δίνει πολύ ενδιαφέροντες χαρακτηρισμούς για τον Κύριλλο, τους συνεργάτες του και τους αντιπάλους. Έτσι ο Πατριάρχης χαρακτηρίζεται απ’ αυτόν «καλής μορφώσεως», που «είχε ανεβεί στην ιεραρχία με την αξία του». Την ικανότητά του ανεγνώριζαν και οι υπόλοιποι Μητροπολίτες, δεν τον συμπαθούσαν όμως και έπλασαν πολλές συκοφαντίες εναντίον του[291]. Η κατ’ αυτού αντίδραση είχε, κατά τον Άγγλο ιστορικό, υλικά και προσωπικά κίνητρα, διότι επιβάρυνε φορολογικώς τις Μητροπόλεις και τις πλουσιότερες Επισκοπές, ενώ ελάφρυνε τις φτωχότερες ενορίες, και έτσι εξόργισε τους Μητροπολίτες[292]. Έτσι, ενώ ο Λαός («όχλος» κατά μερικούς θεολόγους)[293], οι μοναχοί και θεολόγοι του ύψους του Αργέντου και του Ευγενίου Βουλγάρεως, ήταν σύμφωνοι με τον (ανα)βαπτισμό των Δυτικών και υπσοτήριξαν τον Κύριλλο, σηκώθηκε αντίδραση σφοδρή εκ μέρους των Μητροπολιτών. Όπως παρατηρεί ο Runciman, «προς μεγάλη τους στενοχώρια βρέθηκαν να έχουν γίνει σύμμαχοι με τους απεσταλμένους των καθολικών δυνάμεων[294], οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν αμέσως στην Υψηλή Πύλη εναντίον αυτής της προσβολής κατά της καθολικής πίστεως»[295]. Περί του Πατριάρχου Αντιοχείας, που δεν υπέγραψε τον Όρο του 1755, γράφει ο ίδιος ιστορικός: «… Θα έκανε το ίδιο, αν δεν βρισκόταν στην Ρωσία για να κάνει έρανο, και δεν είχε καταληφθεί ο θρόνος τους από ένα σφετεριστή κατά την απουσία του»[296]. Και όσο αφορά στον Αργέντη, ο Runciman δέχεται ότι ήταν «θεολόγος με πάθος», υποστηρίζοντας από θεολογικά κίνητρα τον αναβαπτισμό, αλλ’ ότι «δεν βρήκε συμπάθεια στους κύκλους των διανοουμένων»[297].

            Βεβαίως οι γνώμες για τον Πατριάρχη Κύριλλο και την απόφασή του για (ανα)βαπτισμό είναι πολύ αντιφατικές[298], αλλά δεν θα ασχοληθούμε εδώ με το πρόβλημα αυτό. Μιλώντας όμως για τα κίνητρα τόσο αυτού, όσο και των αντιπάλων του, θα επικαλεσθούμε και την μαρτυρία των αμέσων πηγών, δηλ. των συγχρόνων του Κυρίλλου συνοδικών και λοιπών κειμένων, τα οποία, καθ’ όσον γνωρίζουμε, δεν ελήφθησαν σοβαρά υπ’ όψιν μέχρι τώρα από ‘κείνους που σκιαγράφησαν αρνητικά τον Κύριλλο. Παράλληλα θα πρέπει εδώ να τονισθεί ότι η προσπάθεια συνθέσεως ιστορικής εικόνας για τον Πατριάρχη και το έργο του με βάση τα , εν πολλοίς, ανεύθυνα και ιστορικώς αμφίβολα ‘’στηλιτευτικά’’ κείμενα της εποχής, και κατ’ ουσίαν λιβελλογραφήματα, δεν μπορεί να κριθεί, επιστημονικά τουλάχιστον, ορθή και ενδεδειγμένη. Τα επίσημα, έτσι, κείμενα της εποχής δίνουν την ακόλουθη εικόνα.

            Ο Πατριάρχης Κύριλλος, έχοντας υπ’ όψιν την επίσημη συνοδική καθιέρωση του ραντισμού, δια της εν Τριδέντω Συνόδου, στην Δύση, αποκηρύσσει ως «μεμολυσμένον» το βάπτισμα των Λατίνων, κατά το πνεύμα των αρχαίων Πατέρων της Εκκλησίας , όπως δείχθηκε στο α’ το πρώτο μέρος της παρούσας μελέτης[299]. Τόσο δε αυτός, όσο και οι οπαδοί του, χαρακτηρίσθηκαν από τους αντιφρονούντες «καλβινισταί», «καλβινόφρονες» και «λουθηροκαλβινισταί»[300]. Ήταν άλλωστε συνήθεια κάθε παπικός, είτε να ζητά την υποστήριξη των Προτεσταντών, είτε και χωρίς να το κάνει να θεωρείται φιλοπροτεστάντης ή και απλώς προτεστάντης.

            Από τα κείμενα όμως των αντιπάλων του Κυρίλλου φαίνεται, ότι εκείνο το οποίο πρώτιστα τους ενδιέφερε ήταν η ησυχία και η διατήρηση της υπάρχουσας ειρήνης. Έτσι η σύνοδος των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Θρόνου γράφει μεταξύ άλλων κατά του Κυρίλλου: «… Έπειτα και τις εν τω παρόντι η χρεία και ζήτησις και η ωφέλεια εις το ημέτερον γένος των ορθοδόξων της περί του αναβαπτισμού διδασκαλίας· ή ποία έθνη προσήλθον εις ημάς και ηναγκάσθημεν να συζητήσωμεν περί τούτου; χωρίς δε χρείας, διατί εις μάτην ο τοσούτος κρότος και η ταραχή και το σκάνδαλον;»[301]. Ο φόβος τους ήταν, όπως δηλώνεται εν συνεχεία, ότι θα ακολουθούσαν κακά «φθοροποιά και ολέθρι», αλλά «και συσφημίαι και ατιμίαι και χλευασμοί κατά των ορθοδόξων, έτι δε και μίσος και εχθροπάθεια και διωγμοί…». Κι αν δεν διορθώνονταν τα πράγματα, θα έφερναν «εις όλον τον ύστερον μεγάλον κίνδυνον και ολέθριον τέλος»[302]. Μιλούν για την ταραχή, η «οποία κατέλαβε την Εκκλησίαν», σε περίοδο κατά την οποία η Μεγάλη Εκκλησία χειμαζόταν «ελεεινώς των βαρυτάτω όγκω των επιγενομένων και σωρευθέντων υπέρμετρων χρεών», και έτσι δεν είχε καμιά μεγαλύτερη ανάγκη από την ειρήνη[303].  Έτσι συνηγορούν υπέρ της διατηρήσεως της κρατούσας πράξεως, της αποδοχής τους δηλαδή δια μύρου και λιβέλλου[304]. Η επιδίωξή των, να διατηρήσουν με κάθε τρόπο την κρατούσα ησυχία, φαίνεται απ’ όσα γράφουν εναντίον κάποιου βιβλίου του Χριστοφόρου του Αιτωλού (=Ραντισμού Στηλίτευσις;).

            Το «βιβλιάριον» – γράφουν –  «ετάραξεν ου μετρίως την του Χριστού Εκκλησίαν και ημάς άπαντας, φατρίας βουλόμενον συστήσαι… και κατά μικρόν δημεγερσίας κινήσαι και διαίρεσιν μεταξύ του των ορθοδόξων συστήματος… Ου ένεκα ημείς οι παρευρεθέντες τέως εν τη βασιλευούση ταύτη των πόλεων, συνάδελφοι αρχιερείς, συσκεψάμενοι μετά των προκρίτων ευγενών αρχόντων της ευαγούς πολιτείας ταύτης… και τεκμαιρόμενοι εκ ταύτης της συπεδόνος πολλά επιφανίσθαι και ολέθρια τη Εκκλησία και τω γένει συμπτώματα, δειν έγνωμεν ομοφώνω φωνή…, ώστε το μεν βιβλιάριον τούτο… ταραχήν και βλάβην ου την τυχούσαν επαγόμενον, και εν οις δοκεί καταφέρεσθαι των Λατίνων και παρεξηγείν αμαθώς τας ρήσεις της Αγίας Γραφής και των αγίων πατέρων και προδήλους λουθηροκαλβίνους βλασφημίας ανεπαισθήτως καταφερόμενον… όλεθρον αυτόματον ηγείσθαι και αποτρόπαιον και βδελυρόν και παράνομον και ακανόνιστον και βλάσφημον και εκκήρυκτον και αποβεβλημένον της του Χριστού Εκκλησίας και της των ευσεβών και ορθοδόξων αναγνώσεως»[305].

            Τα επίσημα κείμενα δεν προδίδουν καμιά ιδιαίτερη όξυνση στις σχέσεις με τους Λατίνους, γι’ αυτό και θεωρήθηκε ως ‘’κεραυνός εν αιθρία’’ η ενέργεια του Πατριάρχη. Γι’ αυτό τα επιχειρήματα των αντιπάλων του είναι αναλογικά κυρίως καιρικά – περιστασιακά και λιγότερο θεολογικά. Κυριαρχεί σ’ αυτά ο φόβος για την πρόκληση ταραχών, λόγω της προσβολής των δυτικών. Κανένα λόγο δεν έβλεπαν οι Μητροπολίτες για σκλήρυνση της στάσεως έναντι των Δυτικών. Αντιθέτως έκριναν απολύτως αναγκαία τη διατήρηση της ειρήνης και της ησυχίας τους. Εκφράζοντας έτσι, σε ομοφωνία με τους προκρίτους και άρχοντες, την αντίθεσή τους στην αδικαιολόγητη ενέργεια του Κυρίλλου, αισθάνονται να εξυπηρετούνται με την απόφαση της Συνόδου του 1484, και έτσι υποστήριζαν, ότι «ου μέντοι κατεγνώσθησαν πώποτε υπό τινος συνόδου ή των καθ’ ημάς αγίων πατέρων (οι λατίνοι) ως αβάπτιστοι και χρήζοντες αναβαπτισμού»[306], ανακριβώς βεβαίως, όπως είδαμε παραπάνω. Οπότε προκύπτει το ερώτημα: ποια τα κίνητρα του Κυρίλλου; Ο,τιδήποτε άλλο βέβαια παρά κάποια προηγηθείσα  ένταση στις σχέσεις με τους δυτικούς. Ο Πατριάρχης όμως, εκφράζοντας άλλη παράδοση, δηλ. αυτήν που περιγράφηκε προτήτερα, από τους Κολλυβάδες και τον Οικονόμο, και έχοντας μόνον ως αφορμή την αυθόρμητη αίτηση των Λατίνων του Γαλατά να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία, κινήθηκε για λόγους πρωτίστως θεολογικούς στη γνωστή απόφασή του. Άλλωστε οι ορθόδοξοι ιερείς του Γαλατά ήταν εκείνοι, οι οποίοι έθεσαν το ερώτημα στον Κύριλλο, «ει άρα μύρω χρίεσθαι τους Λατίνους προσιόντας τη αμωμήτω του Χριστού Εκκλησία, ή βαπτίζειν αυτούς, ως όλως το βάπτισμα του Κυρίου αθετήσαντας…»[307]. Τούτο  βεβαιώνει ότι η αμφιβολία περί του εγκύρου του λατινικού ‘’βαπτίσματος’’ ήταν ευρέως διαδεδομένη, παρά τους ανωτέρω λόγους των Μητροπολιτών. Ο Κύριλλος απλώς επέτρεψε στους ιερείς «βαπτίζειν τους προσιόντας… Λατίνους ως αβαπτίστους»[308]. Το γεγονός αυτό κατά πρώτον αποδεικνύει περίτρανα ότι η απόφαση του 1484 ποτέ δεν είχε γίνει καθολικά δεκτή, όπως και οι συγγραφείς μας παραπάνω υποστήριξαν. Και η ανάμιξη του Ευστρ. Αργέντη στην υπόθεση αυτή είναι η μεγαλύτερη απόδειξη, ότι χωρίς θεολογικές – δογματικές προϋποθέσεις η ενέργεια του Κυρίλλου είναι ακατανόητη, δεδομένου ότι και οι αντιφρονούντες Μητροπολίτες ήταν «σφοδρότατοι αντιπαπισταί»[309], προτιμούσαν όμως χάριν της ειρήνης να υποστηρίζουν την μετριοπάθεια.

            Βέβαια ποτέ δεν είχαν εκλείψει οι λόγοι, ώστε ο μεν λατινικός κίνδυνος να είναι αισθητός, η δε ένταση στις μεταξύ Λατίνων και Ορθοδόξων σχέσεις πάντοτε να υποφώσκει. Η εποχή του Πατριάρχου Κυρίλλου του Ε’ γνώριζε μια Ρώμη, η οποία με πλάγιους τρόπους και μέσα προσπαθούσε να αλώσει την  Ορθοδοξία. Διέδιδε – απλούστατα – ότι υπήρχε ομοφωνία των δύο Εκκλησιών στα δόγματα και έτσι ευκολότερα προσέλκυε τους Ορθοδόξους. Και πάλι όμως αποδεικνύονται οι ορθοδοξοπατερικές θεολογικές προϋποθέσεις του Κυρίλλου, σ’ αντίθεση με τους αντιπάλους του Αρχιερείς, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονταν καθόλου, όπως αυτός, την ανάγκη, διαφυλάξεως του Ορθοδόξου ποιμνίου με την κατάδειξη των ουσιωδών διαφορών που υπήρχαν, μια από τις οποίες ήταν η παρατηρουμένη στο ιερό βάπτισμα[310].

            Από τις παραπάνω περιπτώσεις, που εκλέχθηκαν δειγματοληπτικά αποδεικνύεται, νομίζουμε, ο ρεαλισμός της σκέψεως των θεολόγων μας. Δεν αρνούνται την αντίθεση στη στάση έναντι των δυτικών, που επικρατούσε πάντοτε μεταξύ των ορθοδόξων. Δέχονται όμως, και τούτο αποδεικνύεται αληθινό, την ύπαρξη, επίσης πάντοτε, μιας σημαντικής μερίδας ορθοδόξων, οι οποίοι θεωρούσαν τους Λατίνους αιρετικούς, τα μυστήριά τους ανυπόστατα και εντελώς φυσικό τον (ανα)βαπτισμό τους[311]. Η εφαρμογή της οικονομίας και από εκπροσώπους αυτής της μερίδας οφειλόταν στην μη καθολική επικράτηση του ραντισμού στην Δύση[312]. Μετά όμως την επιβολή του ραντισμού στον ρωμαιοκαθολικό κόσμο, δια της εν Τριδέντω Συνόδου, χάθηκε κι ο τελευταίος δισταγμός. Στην μερίδα αυτή ανήκε και ο Πατριάρχης Κύριλλος Ε’, αλλά και οι συγγραφείς μας. Ήταν η μερίδα εκείνη, η οποία υφισταμένη και σήμερα, βλέπει τις διαφορές του Παπισμού έναντι της Ορθοδοξίας στις πραγματικές τους διαστάσεις, δηλ. όχι απλές τυπικές και διοικητικές διαφοροποιήσεις, αλλά ως σημαντήρες, επισημαίνοντες την εις βάθος αλλοίωση, την οποία δέχθηκε η χριστιανική αλήθεια στο χώρο της (παπικής) Δύσεως.

 

[290] Βλ. Ο, σ. 477. Αίνου Γερμανού, μν. έργ., σ. 310. Ε. Σκουβαρά, μν. έργ. σ. 52. διεξοδική έκθεση στο ζήτημα βλ. στο έργο του Φιλαρ. Βαφείδου, Εκκλησιαστική Ιστορία…, τόμος Γ2, Εν Αλεξανδρεία 1928, σ. 146 ε.ε.

[291] Μν. έργ., σελ. 616/7. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο χαρακτηρισμός του Πατριάρχου από τον Σέργιο Μακραίο. Και’ αυτόν ο Κύριλλος «ην … την γνώμην ευθύς, τον τρόπον απλούς, ει και τισι ποικίλος εδόκει, προς τας πολλάς μηχανάς των αντιπάλων πολλαχώς αντιτασσόμενος, φιλάρετος, φιλάγαθος, επιεικής, φιλομαθής, τη αναγνώσει των θείων βιβλίων προσκείμενος, βίον ηρημένος τον τελεώτερον, διο και αγρυπνίας μείζονας και νηστείας συνεχεστέρας εποίει, και ακολουθίας εκκλησιαστικάς εφίλει, και προς πάντα γενναίος εδόκει, οξύς τε περί τα πρακτέα, και σφοδρός προς τα δόξαντα, άτρεπτος και αδεής προς τα αντιπίπτοντα. Εντεύθεν και ζηλωτής των ορθοδόξων δογμάτων διάπυρος εγνωρίζετο και παρά παντός του λαού διεθρυλλείτο και διαφερόντως ηγαπάτο, τη αγλαΐα των ιδίων αρετών συμπάντων τας ψυχάς καταθέλγων και εφελκόμενος, ει και τον αληθή ζήλον του ανδρός ποικίλως συγκαλύψαι ετεχνώντο οι διαβάλλοντες, πανούργον αυτόν αποκαλούντες, ώσπερ οι αιρετικοί αιρετικόν εδυσφήμουν τον ορθοδοξότατον…». Βλ. Εκκλησ. Ιστορία, στου Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, εν Βενετία 1872, σ. 206/7. Είχε δηλαδή ο αοίδιμος Πατριάρχης όλα τα γνωρίσματα του ‘’παραδοσιακού’’ κληρικού, που ακολουθεί την ησυχαστική – κολλυβαδική παράδοση!

[292] Στο ίδιο.

[293] «… και υπό την πίεσιν του όχλου εκδοθείς», σημειώνει ο Ι. Καρμίρης, Τα Δογματικά΄, τ. ΙΙ, σ. 984. Ο Τ. Γριτσόπουλος, ιστορικός-φιλόλογος αυτός, γράφει: «Εις τον αντιπαπικόν αγώνα μετείχεν ο θρησκεύων λαός, όχι ο φανατισμένος όχλος». Βλ. άρθρο «Κύριλλος Ε’» εν Θ.Η.Ε. 7 (1965), στ. 1195. Οι αντίπαλοι του Κυρίλλου και του (ανα)βαπτισμού έσπευσαν πρώτοι να χαρακτηρίσουν τον Λαό ως όχλο («όχλος και χύδην λαός…», γράφει ο στιχουργός του «Πλανοσπαράκτου»). Βλ. Ε. Σκουβαρά, μν. έργ., σελ. 95.

[294] Ο T. Ware (σ. 77) καλεί τον Κύριλλο “victim of an alliance between Latins and Orthodox”. Και ο Σ. Μακραίος (ένθ’ ανωτ., σ. 221) παρατηρεί σχετικώς: «Διεκυμαίνοντο ουν οι Αρχιερείς και οι του γένους προύχοντες τη βία των έξωθεν πνευμάτων κλυδωνιζόμενοι»!

[295] Ράνσιμαν, μν. έργ., σελ. 618. Και ο ίδιος ο Ε. Σκουβαράς δέχεται, ότι η αντίδραση των αρχιερέων συνέβη, διότι «το ζήτημα εκινήθη υπό του Κυρίλλου ακαίρως και αλογίστως, χωρίς να προβλεφθούν αι δυσμενείς επιπτώσεις του επί των σχέσεων των Ορθοδόξων προς τον χριστιανικόν κόσμον της Δύσεως, παρά του οποίου ούτοι πάντοτε ήλπιζον βοήθειαν και εθνικής αναψυχήν». Όπ. π. σ. 54.

[296] Στο ίδιο. Και ο T. Ware (μν. έργ. Σ. 76) δέχεται ότι ο Πατριάρχης Αντιοχείας αρνήθηκε να υπογράψει, «not because he disagreed with the definition as such, but because Cyril lacked the support of his Metropolitans».

[297] Ράνσιμαν, σελ. 616.

[298] Αρκεί να δει κάποιος τη θέση πάνω στο ζήτημα αυτό δύο μόνον συγγραφέων, μη θεολόγων· αφ’ ενός μεν του Ε. Σκουβαρά, μν. έργ., που επηρεάσθηκε από τους αντιπάλους του Κυρίλλου, και αφ’ ετέρου του Αθ. Γριτσοπούλου, άρθρο Κύριλλος Ε’ στη ΘΗΕ 7 (1965) στ. 1193-1197, και Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε’ ο Καράκαλλος, ΕΕΒΣ τ. ΚΘ’ (1959) σ. 367-389.

[299] Βλ. παραπ. Σελ. 17. Πρβλ. Mansi, τ. 38, στ. 607 C. Και αυτό το γεγονός, ότι ετέθη το ερώτημα (ανα)βαπτισμού των «Λατίνων του Γαλατά», αποδεικνύει ότι υπήρχε πρόβλημα αλλοιώσεως του Μυστηρίου στην Δύση. Αυτό μαρτυρεί και ο ιστορικός Σέργιος Μακραίος: «… τέως μεν τοις εν τω Γαλατά ιερεύσιν απορίας εδόκει και συζητήσεως άξιον, ει άρα μύρω χρίεσθαι τους λατίνους προσιόντας τη αμωμήτω του Χριστού Εκκλησία, ή βαπτίζειν αυτούς, ως όλως το βάπτισμα του Κυρίου αθετήσαντας και παρά των ιδίων ιερέων εφευρήματα προελομένους». Ένθ’ ανωτ., σ. 203. Πρβλ. σ. 220, 408 ε.

[300] Ε. Σκουβαρά, όπ. π. σελ. 161, 194/5, 197 κ.λπ.

[301] Mansi, τ. 38, στ. 601.

[302] Mansi, τ. 38, στ. 602.

[303] Decretum Synodale… από 28 Απριλίου 1755, παρά Mansi, τ. 38, στ. 611 Α ε. Και ο Ε. Σουβαράς, κρίνοντας τις εναντίον του Κυρίλλου επιθέσεις, δέχεται ότι «οι Λατίνοι και Ουνίται είδαν το πράγμα ως ‘’διατάραξιν των ομαλών κοινωνικών σχέσεων’’. και ‘’ύβριν προσγενομένην κατά της πίστεώς των». Οι πρέσβεις των βασιλέων της Δύσεως ταράχθηκαν. «Ορθώς διείδον ότι, τούτου διευρυνομένου και παγιουμένου, παραβλάπτονται πολλαπλώς τα συμφέροντά των εντός των ορίων της οθωμανικής αυτοκρατορίας· όθεν προσεπάθησαν να αντιδράσουν και αναφανδόν και παρασκηνιακώς».Πολέμησαν τον Κύριλλο, «επιτηδείως εξάπτοντες τους εν τέλει Οθωμανούς εναντίον του», κι απ’ την άλλη «ηπείλησαν ότι θα προβούν εις οικονομικά αντίποινα και θα λάβουν θρησκευτικά αντίμετρα κατά των πολυαρίθμων Ελλήνων της διασποράς», όπ. π. σελ. 53.

[304] Mansi, τ. 38, στ. 611Α-613Α.

[305] Mansi, τ. 38, στ. 615 ΑΒ. Φαίνεται ότι το βιβλίο τούτο του Χριστοφόρου του Αιτωλού εκυκλοφορείτο  χειρόγραφο πριν την εκτύπωσή του, που πραγματοποιήθηκε το 1756.

[306] Mansi, τ. 38, στ. 613 CD.

[307] Ε. Σκουβαρά, όπ. π., σελ. 52.

[308] Στο ίδιο.

[309] Ε. Σκουβαρά, όπ. π., σελ. 53.

[310] Πρβλ. Φ. Βαφείδου, μν. έργ., σ. 59, ότι ο Κύριλλος στόχευε την προφύλαξη του Ορθοδόξου ποιμνίου από τον προσηλυτισμό, με την φανέρωση της διαφοράς στο βάπτισμα, το επισημαίνει επανειλημμένα και ο ιστορικός της εποχής του Κυρίλλου  Σέργιος Μακραίος, όπ. π., σ. 214 ε. Ιδιαίτερα δε γράφει ότι ο Κύριλλος «από του θρόνου κατελάλει αυτών της καινοτομίας, και λέγειν και γράφειν αδεώς επέτρεπε τοις βουλομένοις διελέγχειν τα των λατίνων κατά της ορθής πίστεως νέα εφευρήματα και αλλοκότους αυτών δόξας, ορθώς κρίνων την ύπουλον φιλίαν επιβλαβεστέραν της προφανούς έχθρας· τι γαρ μικρόν ή τι μέγα, ο ουκ εποίησαν δεινόν, πλαττόμενοι φιλίαν και χριστιανισμόν υποκρινόμενοι;» (σ. 217).

[311] Κάτι παρόμοιο δέχεται και ο Ράνσιμαν, όπ. π., σελ. 615 ε.

[312] Στο σημείο αυτό πρέπει να επανέλθουμε στη δήλωση του Σεργίου Μακραίου (βλ. παραπ. Σημ. 238), ο οποίος συνεχίζει: «… διότι εφύλαττον το αρχαίον και θεοπαράδοτον βάπτισμα· ει δε που τι τοιούτον εγίνετο, οίον επίχυμα ή ράντισμα, όπερ ύστερον κατεκράτησεν, ουκ ην κοινόν ουδέ γνώριμον· ελέγετο μέντοι και που τι τοιούτον γίνεσθαι, και μερικόν ην το σφάλμα, ου καθ’ όλης εκκλησία έγκλημα. Επεί δε κατά τον ιη’ εκκλησιαστικόν αιώνα το κακώς παρεισαχθέν ράντισμα εξεχύθη και επλεόνασεν εις την δύσιν, και το θεοπαράδοτον βάπτισμα ημελήθη μάλλον, ή μετεποιήθη εις επιχύσεις και ραντίσματα, τους ούτω ραντισθέντας, ως μη το Θεοπαράδοτον βάπτισμα δεχθέντας, αβαπτίστους εκήρυξε (δηλ. η Εκκλησία δια του Κυρίλλου· σημ. του γράφοντος) και προσιόντας βαπτίζειν προέτρεψεν· ουκ εξέθετο μέντοι εισέτι περί τούτου όρον απαράβατον, ελπίζουσα την επιστροφήν και διόρθωσιν των εν τη δύσει, και την κάθαρσιν του πλημμελούς αυτών και ασυμβάτου τύπου… διό και βαπτίζειν επάναγκες τους προσιόντας τη ορθοδόξω εκκλησία τους μεν  ως αβαπτίστους, τους δε ως αμφιβαλλομένους δια την του τύπου σύγχυσιν. Αύτη γουν η εποχή (σημ. εννοεί τον ΙΗ’ αι.), αφ’ ης ήρξατο καταβοάν της δυτικής εκκλησίας η ανατολική εκκλησία εγκαλούσα, ότι ηθέτησε του Κυρίου το βάπτισμα… και ούτως επιχεομένους και ραντιζομένους αβαπτίστους εκήρυξε, και προσιόντας βαπτίζειν τοις ιερεύσιν επέτρεψεν…»(ένθ’ ανωτ. σελ. 408-409) Ο Σ. Μακραίος, άρα,  ερμηνεύοντας την αιτία της αποφάσεως του Πατριάρχου Κυρίλλου και τα ελατήριά του, δέχεται, ότι «το πρώτον» στην εποχή του ελήφθη επίσημη απόφαση περί (ανα)βαπτισμού των δυτικών. Και τούτο είναι αληθινό. Το σημαντικόν όμως εδώ είναι ότι περιγράφει τα πράγματα, όπως ακριβώς και οι συγγραφείς μας, και μάλιστα ο Κ. Οικονόμος, ο οποίος γνώριζε το κείμενο του Μακραίου. Αυτός καθόλου δεν καταδικάζει την απόφαση του Κυρίλλου, αλλ’ ως ιστορικός ενδιαφέρεται να δείξει, γιατί η Ανατολή αναγκάσθηκε να λάβει τέτοια απόφαση και πότε έγινε τούτο.

Leave a reply

Your email address will not be published.